Mη-Κατευθυντικό Μανιφέστο

του Michel Lobrot

Η διεργασία η επονομαζόμενη «μη-κατευθυντική», που εμφανίσθηκε μεταξύ των δεκαετιών ΄30 και ΄60 του 20ου αιώνα, είχε σημαντικές επιπτώσεις στο παιδαγωγικό και στο θεραπευτικό κίνημα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Ορισθείσα αρχικά από τον Kurt Lewin και τον Carl Rogers η μη-κατευθυντικότητα, επαναπροσδιορίσθηκε χάρις σε μια νέα εξέταση, υπό νέο φως, που την υπέβαλα. Μπορούμε να βρούμε την έκφραση αυτού του επαναπροσδιορισμού σε ένα κείμενο που παρουσίασα πρόσφατα, Η μη-κατευθυντική επιρροή (L`influence non-directive, 2010). Aυτή η καινούρια έννοια συναντά άλλες συναφείς που τις επεξεργάσθηκαν κυρίως αμερικανοί ερευνητές, όπως αυτή της «Self-determination» (Déci and Ryan, 2002) ή της «Opening up» (Pennebaker, 1990).

H βασική ιδέα αυτής της νέα αντίληψης της μετασχηματιστικής δράσης που ασκούν οι άνθρωποι πάνω σε άλλους, σε μια προοπτική εκπαίδευσης (παιδαγωγική) ή θεραπείας (ψυχοθεραπεία), συνίσταται στο ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να δράσει, να μάθει, να κινηθεί, να ζήσει, παρά υποκείμενος σε εσωτερικές του δυνάμεις, της τάξης της επιθυμίας. Αυτές οι δυνάμεις στηρίζονται σε ένστικτα κληρονομικά, κοινά για όλους τους ανθρώπους και σε αποκτήματα προηγούμενα ή επόμενα της γέννησης. Από αυτές τις δυνάμεις αντλεί ο άνθρωπος την ενέργεια όπως και την κατεύθυνσή του.

Δεν έχει λοιπόν κανένα νόημα να προσπαθούμε να τον υποχρεώσουμε τεχνητά να ακολουθήσει οδούς που δεν θέλει, χρησιμοποιώντας απειλές που συνδέονται με συμπεριφορές του (ποινές, αμοιβές). Ακόμη και αν οι απειλές είναι αποτελεσματικές εμπρόθεσμα, δεν μπορούν να αλλάξουν τους θεμελιώδεις προσανατολισμούς. Το υποκείμενο παραμένει αυτόνομο ότι και αν κάνουμε, δεν απαντάει δηλαδή σε ερεθίσματα και καταστάσεις παρά μόνο αν, και μόνο αν, αυτά τα ερεθίσματα και καταστάσεις ανταποκρίνονται στους εσωτερικούς του προγραμματισμούς, σε αυτό που έχτισε ό ίδιος για τον εαυτό του, ξεκινώντας από τους κληρονομημένους προσανατολισμούς του κάθε ανθρώπου.

Αυτό θέλει να πει επίσης ότι το θεσμικό πλαίσιο είναι ανίσχυρο, όσο και αν θέλει να αλλάξει σε βάθος τα άτομα. Η ιστορία αποδεικνύει κατά κόρον ότι τα άτομα τα πιο καινοτόμα γεννιούνται σε περιβάλλοντα αντίθετα με τις ιδέες τους, σε περιβάλλοντα δομημένα από απολυταρχικά καθεστώτα, όπως ήταν οι περιπτώσεις των μεγάλων φιλοσόφων του 18ου αιώνα, των μεγάλων επαναστατών του 1789, ή, σήμερα, των νέων που αμφισβητούν στις ισλαμικές χώρες

Αυτό που είναι καθοριστικό είναι οι επιρροή που έχουμε υποστεί, δεχθεί, ενσωματώσει, που έχει περάσει από άτυπες περιφερειακές οδούς (μη θεσμικές), και που δεν μπορεί παρά να είναι προσωπική. Αυτή είναι που μας συνιστά.

Εφοδιασμένος με αυτές τις βασικές ιδέες, διαισθάνθηκα, στα χρόνια της δεκαετίας του ΄80, ότι θα έπρεπε να ωθηθεί πιο μακριά η ροτζεριανή αρχή της μη-κατευθυντικότητας, που παρουσιάσθηκε το 1939-40 και να της δοθεί ένα άλλο νόημα. Δεν αρκούσε ο «οδηγός» - εκπαιδευτικός ή ψυχοθεραπευτής - να κρατιέται σε απόσταση από αυτούς που ασχολείται, αρκούμενος στο να τους αποδέχεται και να τους στηρίζει θερμά, χάρις στις «επαναδιατυπώσεις» του. Θα έπρεπε επιπλέον να τους δίνει μια βοήθεια, μια στήριξη, προτείνοντάς τους λύσεις, προτάσεις, φως, μοντέλα. Δεν μπορούσε να εγκαταλείπει στο δρόμο αυτούς που ανακαλύπτουν νέους στόχους ή θέλουν να υλοποιήσουν παλιούς που δεν μπόρεσαν μέχρι τώρα να φθάσουν. Θα έπρεπε να μπεί σε μια πραγματική συνεργασία μαζί τους, σεβόμενος πλήρως την οπτική και τις προσδοκίες τους και εμπλεκόμενος ο ίδιος προσωπικά. Θα όφειλε να ασκήσει πάνω τους μία επιρροή, δίχως αυτό να σημαίνει μια οποιαδήποτε επιβολή.

Αυτό με οδήγησε να ορίσω την έννοια της Παρεμβαίνουσας Μη-Κατευθυντικότητας (Νon-Directivité Intervenante, NDI), δηλαδή μιας μη-κατευθυντικότητας ικανής να ενσωματώσει σκέψεις, ευρήματα και βοήθειες που γίνονται και δίδονται από κάποιον άλλο.

Αυτή η κάμψη του περιεχομένου της μη-κατευθυντικότητας δεν ήταν κάτι το απλό, γιατί ακριβώς έπρεπε να δοθεί θέση και σε κάποιον άλλο από το ενεργό υποκείμενο, δίχως ποτέ όμως αυτό να παραμεληθεί ή να προδοθεί. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να επιτραπεί στον «οδηγό» να εκφρασθεί, και αυτός επίσης, αλλά ως αποτέλεσμα μιας πλήρους επικέντρωσης στο συνοδευόμενο υποκείμενο, ως αποτέλεσμα σκέψης πάνω στις ενέργειές του, ως κατανόηση της οπτικής του.

Χάρις σε διαφόρους μεθόδους, που επινοήθηκαν ή υπήρχαν, όπως αυτές της ακρόασης της επιθυμίας, επέτυχα να ολοκληρώσω μια ολόκληρη μεθοδολογία βοήθειας και συνοδείας, που παρουσίασα σε διάφορα κείμενα. Αυτή τη μεθοδολογία την εφαρμόσαμε τακτικά εγώ ο ίδιος και άλλοι, εδώ και μία εικοσαετία και μας έδωσε βαθιές ικανοποιήσεις. Εχω την εντύπωση ότι κρατώ επί τέλους στα χέρια μου κάτι το στέρεο που διαρκεί.

Φυσικά, μια τέτοια ιδέα δεν εφαρμόζεται μόνο σε σχέσεις βοήθειας ή εκπαίδευσης. Πηγαίνει πολύ πιο μακριά. Είναι μια φιλοσοφία ζωής που αγγίζει τα πιο σημαντικά ελατήρια του ανθρώπου: την επιθυμία διάσωσης της ταυτότητάς του, του προσώπου του, των επιλογών του.

Αυτό λειτουργεί από δύο πλευρές: όταν το υποκείμενο ανοίγεται ή κλείνεται στην επιρροή του άλλου (κεντρομόλος) ή όταν θέλει να ασκήσει μια επιρροή σε κάποιον άλλο (κεντρόφυγος). Στην πρώτη περίπτωση το υποκείμενο αισθάνεται να εισβάλουν σε αυτό και να του επιτίθενται. Αμύνεται, ακόμη και όταν αποφασίζει τελικά να κατακτηθεί. Στη δεύτερη περίπτωση, το υποκείμενο βρίσκεται στη θέση να εισβάλλει σε κάποιον άλλο, να τον προκαλέσει, να τον γοητεύσει ή να τον στηρίξει. Θέλει απόλυτα να τα καταφέρει, να κάνει ώστε να πέσουν οι άμυνες του άλλου, να κερδίσει.

Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση, αυτός που παρεμβαίνει συναντά στον άλλο μια δύναμη, που είναι η ίδια με αυτήν που ο ίδιος ενεργοποιεί όταν ανοίγει ή κλείνεται μπροστά στους άλλους. Του είναι τότε πολύ δύσκολο να πάρει θέση μη κατευθυντικής βοήθειας και μόνο να «βοηθήσει» ή να «προτείνει». Παγιδεύεται έτσι από τον ίδιο του τον εαυτό και κυριεύεται από μια ακατανίκητη ενόρμηση, την οποία δικαιολογεί λέγοντας ότι θέλει να σώσει τον άλλο.

Η δύναμη λοιπόν που συναντά στον άλλο ο παρεμβαίνων, που την ονομάζω «μη-κατευθυντική δύναμη», συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός ο άλλος δυσκολεύεται να δεχθεί μια εισβολή, την οποία μπορεί να αισθάνεται ως παραβίαση. Βυθίζεται στην άρνηση και δεν αντιλαμβάνεται τα αρνητικά της αποτελέσματα.

Ο παρεμβαίνων συναντά πραγματικά την αυτονομία του άλλου, τη θεμελιώδη αδιαπερατότητά του, που είναι της ίδιας τάξης με τη δική του αυτονομία και αδιαπερατότητα. Αυτή η συνάντηση είναι μια πολύ σημαντική εμπειρία και θα όφειλε να είναι καθοριστική στην εκπαιδευτική και στην θεραπευτική σχέση: στην παιδαγωγική και στην ψυχοθεραπεία.

Εκπλήσσει το γεγονός ότι άργησε τόσο πολύ η αναγνώριση μιας τόσο θεμελιώδους αλήθειας και η σημασία της εφαρμογής της στην πράξη. Μέχρι τώρα κάναμε τα πάντα, στην κλασσική παιδαγωγική και στην επίσημη ψυχοθεραπεία, σαν η δράση επί του ψυχισμού του άλλου να ήταν της ίδιας τάξης με την διείσδυση ενός αντικειμένου σε ένα αδρανές σώμα, ή, ακόμη καλύτερα, σαν να ήταν το ίδιο με την συμφωνία που επιτυγχάνεται με απειλή, όταν θέλουμε να επιτύχουμε την άμεση παράδοση του άλλου. Πιστεύαμε ως αυτονόητο ότι στη συνέχεια ο άλλος θα συνεχίσει αυτό που του επιβλήθηκε, προς την ίδια κατεύθυνση και μάλιστα ακόμη πιο ισχυρά. Σ΄αυτή την περίπτωση, που είναι τρέχουσα στην κοινωνική ζωή, δεν υπάρχει ούτε εκπαίδευση ούτε θεραπεία. Δεν υπάρχει παρά ενίσχυση, όπως το έδειξε ο J.M. Brehm στη θεωρία του της «reactance» (A Theory of Psychological Reactance, 1966).

H παιδαγωγική δεν ήταν μέχρις εδώ παρά μία άπελπις επιβολή, καταδικασμένη τις περισσότερες φορές στην αποτυχία, ανίκανη πραγματικά να οδηγήσει στη μάθηση και στην κατανόηση. Η ψυχοθεραπεία παρέμενε εξωτερική του πάσχοντα, λόγω του φόβου της εμπλοκής, από αδυναμία να μπεί στην οπτική του.

Είναι καιρός να αλλάξουν τα πράγματα. Το μη-κατευθυντικό ρεύμα μπορεί να συμβάλλει σε αυτό.

Παρίσι, Ιούλιος 2011.