OI ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

του Michel Lobrot

Εισήγηση στο Συνέδριο Τέχνη και Ψυχιατρική, Xανιά, 2010

Περίληψη: Η ψυχική ασθένεια αποτελεί ένα πρόβλημα τεράστιο το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να επιλυθεί πλήρως. Αυτό που εκπλήσσει είναι ότι το φαινόμενο δεν μπορεί να περιορισθεί σε σχήματα που θέτουν την ελλειμματικότητα στο κέντρο των επεξηγήσεων, όπως μπορούμε να το κάνουμε στη σοβαρή νοητική υστέρηση, την υστερία, τις σεξουαλικές ανεπάρκειες, τις κινητικές ανεπάρκειες, κλπ. Βέβαια, υπάρχουν πλευρές ελλειμματικότητας στις νευρώσεις και στις ψυχώσεις, αλλά απέχουν πολύ από το να τις εξηγούν.

Παραδοσιακά η ψυχική ασθένεια παρουσιάζεται σαν άσκοπη περιπλάνηση, παρέκκλιση, απώλεια των αναφορών. Η λέξη τρέλα (folie) προέρχεται από το λατινικό folia που σημαίνει το μπαλόνι που πετά στον αέρα. Ο τρελός πλέει δίχως πηδάλιο και παρεκκλίνει. Δεν έχει κατεύθυνση ούτε γνωρίζει πού πηγαίνει. Είναι πιθανόν κυριευμένος ποιος ξέρει από ποιόν δαίμονα, του οποίου να είναι το παιχνιδάκι και που τον οδηγεί όπου νάναι. Αυτό θα πρέπει να το λαμβάνουμε υπ’ όψη στις εξηγήσεις που δίνουμε.

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο συγγραφέας παρουσιάζει μια έρευνα ομάδας ψυχοθεραπευτών η οποία δείχνει ότι η τρέλα προέρχεται, πολύ πιθανόν, από μια ανισσοροπία μεταξύ δύο πλευρών του ψυχισμού: η μια αφορά στη σωματική και σεξουαλική πλευρά και η άλλη κύρια στην εσωτερική ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις , την κοινωνική και τη διανοητική ζωή. Είναι μάλλον η πρώτη ζώνη, η σωματο-σεξουαλική, που παρουσιάζεται με υστέρηση και είναι διαταραγμένη.

Η προσεκτική μελέτη σειράς περιπτώσεων δείχνει ότι αυτή η πρωτογενής πλευρά, η σωματική και σεξουαλική, κυριεύει κατά κάποιον τρόπο περιεχόμενα της άλλης πλευράς, που είναι φαντασιωσικής φύσης. Αποκτά έτσι μια πυκνότητα και δύναμη, ενώ παράλληλα βιώνεται ευφορία. Αυτό καλύπτει τα κενά της. Είναι η διεργασία του παραληρήματος που παίζει εδώ θεμελιώδη ρόλο.

ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ

Την υπόθεση για την ψυχική ασθένεια που θα παρουσιάσω, επεξεργάσθηκε μια ερευνητική ομάδα του Ινστιτούτου ΑGORA στο Παρίσι, που επικεντρώθηκε στο θέμα των θεραπευτικών διεργασιών.

Είχαμε αποφασίσει να εργασθούμε πάνω στη σχιζοφρένεια και μελετούσαμε την περίπτωση μιας εξαιρετικά καλλιεργημένης διπλωματούχου γυναίκας, που παρουσίαζε συμπτώματα ψύχωσης και είχε νοσηλευθεί.

Την προσοχή μας τράβηξε ένα άρθρο του περιoδικού Pour la Science του Απριλίου 1995, στο οποίο ο συγγραφέας K.R.Jamison, επανερχόταν σ΄ένα πολύ γνωστό φαινόμενο, που όμως ποτέ δεν έχει ενσωματωθεί ουσιαστικά στις θεωρίες για τις ψυχικές ασθένειες. Πρόκειται για το γεγονός ότι η αναλογία των δημιουργικών προσωπικοτήτων, όπως καλλιτέχνες, ζωγράφοι, επιστήμονες, που υπέφεραν από ψυχική ασθένεια, είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή του γενικού πληθυσμού. Αναφέροντας ένα σύνολο ερευνών από το 1987 μέχρι το 1992 πάνω σε αυτό το θέμα, ο συγγραφέας συμπεραίνει ως προς τους καλλιτέχνες: «Ο αριθμός των αυτοκτονιών είναι δεκαοκτώ φορές μεγαλύτερος από αυτόν του γενικού πληθυσμού, οι καταθλίψεις είναι δεκαοκτώ φορές πιο συχνές, οι μανιο-καταθλιπτικές και κυκλοθυμικές ασθένειες δέκα με είκοσι φορές».

Σε ένα τεύχος της British Journal of Psychiatrie (01/2010) οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι ο κίνδυνος διπολικών διαταραχών είναι τέσσερις φορές υψηλότερος σε προικισμένους νέους απ΄ότι στους υπόλοιπους.

Αναρωτηθήκαμε για το αν υπάρχει εδώ μια πραγματική σχέση αιτιότητας.

Για να το επιβεβαιώσουμε αποφασίσαμε να μελετήσουμε σε βάθος έξι περιπτώσεις διάσημων προσωπικοτήτων, ιδιαίτερα δημιουργικών, στις οποίες η ψυχική ασθένεια είχε κεντρική θέση και που μάλιστα αντανακλάται και στα έργα τους. Οι περιπτώσεις αυτές είναι:

1. Ο πρόεδρος δικαστηρίου Schreber. Διάσημη περίπτωση που μελετήθηκε από τον Freud και από ένα μεγάλο αριθμό ερευνητών στη συνέχεια.

2. Η «Madeleine», γυναίκα με μυστικιστική τρέλα που μελετήθηκε από τον Pierre Janet, στο βιβλίο του «De l`angoisse à l`extase» (Από την αγωνία στην έκσταση).

3. Η «Renée», ασθενής της ψυχαναλύτριας M. Séchéhaye, που έγραψε ένα βιβλίο γι’ αυτήν (Journal d`une schizophrène Ημερολόγιο μιας σχιζοφρενούς).

4. Ο Ernest Wagner, γερμανός εγκληματίας των αρχών του 20ου αιώνα, συγγραφέας με σημαντικό λογοτεχνικό έργο, που μελετήθηκε από τον A.M. Vindras στο πνεύμα του Lacan.

5. H Marguerite Anzieu, μητέρα του συγγραφέα Didier Anzieu, που μελετήθηκε από τον Lacan στη διατριβή του.

6. Ο Louis Althusser, ονομαστός πολιτικός φιλόσοφος του μεταπολέμου, που ανέλυσε ο ίδιος την περίπτωσή του στο τελευταίο του βιβλίο «Lavenir dure longtemps» (Το μέλλον διαρκεί πολύ).

Η μελέτη του Jamison, όπως και η δική μας, μας έβαλε στην κατεύθυνση μιας υπόθεσης που προκύπτει λογικά από τα γεγονότα που εξετάζονται. Θα παρουσιάσω αυτή την υπόθεση πριν μπω στην ανάλυση των παραπάνω περιπτώσεων.

ΜΙΑ ΠΟΛΛΑ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Πρώτα απ΄όλα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι ερευνητές που ασχολήθηκαν - από τον 19ο αιώνα - με την ψύχωση, τη σχιζοφρένεια, στον αυτισμό, δεν επιχείρησαν να κατανοήσουν την προέλευση αυτών των διαταραχών, με εξαίρεση τον Freud, που έκανε μια γενική υπόθεση (το υποσυνείδητο), γνωσιακής φύσης, που δεν εξηγεί πραγματικά τη δυναμική των διεργασιών που συντελούνται.

Αυτοί οι ερευνητές αναζήτησαν κυρίως να ορίσουν τις ψυχικές διαταραχές (δια μέσου του DSM για παράδειγμα. Το DSM-V θα παρουσιασθεί το 2013) και να τις θεραπεύσουν, πολλαπλασιάζοντας τα φάρμακα κάθε κατηγορίας.

Οσον αφορά sτις αιτίες, αναφέρονται στη γενετική υπόθεση που δεν εξηγεί τίποτα, γιατί στηρίζεται σε αναλύσεις συσχετισμών που δεν επιτρέπουν τον εντοπισμό των πραγματικών σχέσεων αιτιότητας.

Η ιδέα να εξηγηθούν οι ψυχικές ασθένειες ξεκινώντας από τη λειτουργία του ψυχισμού, εμφανίσθηκε πρόσφατα. Τη βρίσκουμε στον αμερικανό ερευνητή Christopher D. Frith, κύρια στο βιβλίο του The Cognitive Neuropshychology of Schizophrenia(1992). Σ΄αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας, παρά τις αναφορές του στο νευρικό σύστημα, είναι ο πρώτος που κάνει μια υπόθεση, η οποία σχετίζεται με τη στάση του ασθενούς: «Οι ενέργειες του ασθενούς, λέει, καθορίζονται υπερβολικά από μη προσήκοντα ερεθίσματα». Δείχνει για παράδειγμα ότι οι λεγόμενες «φωνές» που ο ασθενής ακούει παράγονται στην πραγματικότητα από τον ίδιο, αλλά αποδίδονται σε άλλους, λόγω της περιορισμένης συνειδητοποίησης που έχει αυτών που παράγει ο ίδιος.

Αυτή το έλλειμμα αντίληψης των σωματικών ενεργειών, θα εμφανισθεί ως θεμελιώδες στοιχείο στους ψυχικά ασθενείς, σε συνδυασμό με την απομάκρυνση από το ίδιο τους το σώμα. Ο Frith δέχεται την ύπαρξη ενός ψυχικού οργάνου «εσωτερικής επίβλεψης», του οποίου δεν αντιλαμβανόμαστε σαφώς τη σημασία, εκτός και αν επανέλθουμε σε μια πιο «φαινομενική» αντίληψη της συνείδησης (εξωτερικός φωτισμός των παρατηρούμενων φαινομένων), η οποία αντίληψη σήμερα έχει εγκαταλειφτεί. Ο J.Cambell, το 1988, απορρίπτει αυτή την ιδέα και την υποκαθιστά με την υπόθεση των «τυχαίων σκέψεων» που έρχονται να διαταράξουν τη φυσιολογική ανέλιξη της συνειδητοποίησης των παρατηρούμενων φαινομένων. Ο James Russel (του Cambridge) επιτρέπει να πάμε πιο μακριά συγκεκριμενοποιώντας, στη συνέχεια πειραματικών εργασιών: οι σχιζοφρενείς και οι αυτιστικοί δυσκολεύονται να αναπαραστήσουν την ακριβή διαδρομή που ακολούθησαν στη διάρκεια των κινητικών τους ενεργειών. Πρόκειται γι΄αυτό που οι συγγραφείς ονομάζουν «παρακολούθηση της δράσης» (suivi de l`action). Όλα συμβαίνουν σα να μην ήταν μέσα στις ίδιες τους τις σωματικές ενέργειες, σα να μη κατοικούν το ίδιο τους το σώμα.

Η υπόθεση που κάναμε όταν αρχίζαμε την έρευνά μας, συναντά εν μέρει αυτή του Frith και του Russel , που τότε δε γνωρίζαμε. Διαφοροποιείται κυρίως ως προς την προϋπόθεση ότι μια συνολική οπτική του ψυχισμού μπορεί να παρουσιασθεί ως κλειδί κατανόησης των διαταραχών.

Σε αυτήν την οπτική, ο ψυχισμός, προφανώς ενοποιημένος, διαχωρίζεται στην πραγματικότητα σε δύο διακριτά επίπεδα που αλληλεπιδρούν, που μπορούν να αλληλοεπηρεασθούν και να προκαλέσουν βλάβες το ένα στο άλλο. Αυτά τα δύο επίπεδα είναι διακριτά μεταξύ τους, με την έννοια ότι δημιουργούν διαφορετικά κίνητρα και υπακούουν σε διαφορετικές δυναμικές. Αυτό δεν τα εμποδίζει να συμπλέκονται.

ΤΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΕΠΙΠΕΔΑ

Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι στην πραγματικότητα όλοι λειτουργούμε μόνιμα σε δύο επίπεδα.

Το πρώτο επίπεδο το ονομάζω δευτερογενές και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κοινωνιο-γνωστικό. Σ’ αυτό κατασκευάζουμε αναπαραστάσεις, έννοιες, γνώμες, κρίσεις, αντιλήψεις, που μας επιτρέπουν να πάρουμε αποστάσεις από την άμεση πραγματικότητα, να ανεξαρτητοποιηθούμε από το χώρο και το χρόνο, να φτάσουμε στο οικουμενικό. Εδώ κυριαρχούν η συμβολική σκέψη και ο λόγος.

Από τη μια προσπαθούμε να περάσουμε στην πράξη αυτά τα οικοδομήματα που εμείς οι ίδιοι κατασκευάσαμε και από την άλλη, μετακινούμαστε ελεύθερα και δίχως αιτία σ’ αυτόν τον κόσμο των αναπαραστάσεων, όταν για παράδειγμα παράγουμε θεωρίες ή ακούμε τους άλλους.

Ολες αυτές οι κατασκευές είναι ευρέως ανεξάρτητες από τον παρόντα χρόνο, έστω και αν τις πραγματοποιούμε στο παρόν. Δεν αφορούν γενικά μόνο στο παρόν αλλά αφορούν ευρέως στο μέλλον και ενσωματώνουν δεδομένα του παρελθόντος. Δεν μπορούμε πάντως να παραμείνουμε μόνο σε αυτό. Αυτές οι επεξεργασίες έχουν αναγκαστικά μια βάση που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πρωτογενή, που εντάσσει στο παιχνίδι λειτουργίες πολύ πιο σωματικές, έστω και αν είναι ψυχολογικής φύσης, όπως η ικανότητα της μετακίνησης στο χώρο, της επαφής με υλικά αντικείμενα και με ανθρώπινα σώματα, της μετατροπής του άμεσου περιβάλλοντος. Δίχως αυτές τις λειτουργίες κίνησης και επαφής δεν θα υπήρχε η δυνατότητα ουδεμίας ενέργειας.

Αυτές οι πρωτογενείς λειτουργίες βρίσκονται συγχρόνως πριν και μετά των νοητικών παραγωγών του δευτερογενούς επιπέδου. Επιτρέπουν πράγματι να υλοποιηθούν οι απαραίτητες αντιληπτικές και κινητικές ενέργειες και να θέτουν σε λειτουργία τις χειρονομίες και τις κινήσεις εκείνες που θα συγκεκριμενοποιήσουν και θα εκτελέσουν τις νοητικές αυτές παραγωγές του δευτερογενούς επιπέδου. Με τον τρόπο αυτό επιτρέπουν στο υποκείμενο να επικεντρωθεί στο «εδώ και τώρα», να εισέλθει στο συγκεκριμένο, να «ριζώσει» σε αυτό. Θα δούμε τη σημασία αυτού του τύπου των ενεργειών για να κατανοήσουμε τις νοητικές διαταραχές.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Μια συγκεκριμένη μέρα θέλω να προετοιμάσω τις δραστηριότητες που θα με απασχολήσουν στη διάρκειά της. Μπορώ φυσικά να ασχοληθώ αποκλειστικά με τις εσωτερικές μου σκέψεις και να ενεργοποιήσω τις απαραίτητες μνήμες και γνώσεις για την υλοποίηση των στόχων μου. Όμως, παρόλ΄ αυτά, είμαι εξαρτημένος από την ψυχική μου διάθεση και από τις ικανότητές μου για δράση. Πρέπει να ξεκινήσω και να περάσω στη δράση. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί δίχως να υποστώ την επίδραση της πραγματικότητας του σώματος.

Ως προς τα σχέδια που κάνω για τη μέρα μου, τα δυο επίπεδα εμφανίζονται ακόμη πιο καθαρά. Όσο προχωράει η υλοποίηση των σχεδίων μου δε σταματώ από τη μια να σκέφτομαι, να φαντάζομαι , να βιώνω γενικότερα τα συναισθήματά μου και από την άλλη να βιώνω επίσης τους νοητικούς και βιολογικούς μηχανισμούς που μου επιτρέπουν να κινώ τα χέρια και τα πόδια μου, να κατευθύνω την προσοχή μου, να προσανατολίζω τις αισθήσεις μου, να είμαι παρών ή απών.

Τα δύο επίπεδα συνδέονται και συσχετίζονται συνεχώς. Την ίδια στιγμή που μιλάω με κάποιο πρόσωπο και επικεντρώνομαι στα μηνύματα που θα δώσω, έχω σωματικές αισθήσεις που μου επιτρέπουν να κατευθύνω αυτή μου τη συμπεριφορά, έχω καλές ή κακές εντυπώσεις που με αποστρέφουν ή με ενδυναμώνουν στη δραστηριότητα που έχω, που με κάνουν να επικοινωνώ με τον φυσικό κόσμο και τον περιβάλλοντα χώρο.

Παρά το αμοιβαίο τους δέσιμο οι δύο αυτοί κόσμοι είναι βαθύτατα διακριτοί και έχουν πράγματι απαιτήσεις διαφορετικές και συχνά αντίθετες. Κάθε ενέργεια χρειάζεται κίνητρα για να φθάσει στο τέλος της και να πραγματοποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι προέρχεται από πολύ βαθιές ενορμήσεις, ευρέως αυτοματοποιημένες, άρα μη ελεγχόμενες. Αυτές οι ενορμήσεις προέρχονται από συγκινήσεις και φαντασίες, ωθήσεις που προσανατολίζουν τη δράση προς ορισμένη κατεύθυνση.

Οι ενέργειες δευτερογενούς τύπου υπακούουν σε κίνητρα που υπερβαίνουν το άμεσο παρόν, που μπορούν να πάνε μακριά στο παρόν ή στο μέλλον, σε κοινωνικό ή σε γνωστικό επίπεδο. Οι ενέργειες πρωτογενούς τύπου αντίθετα, αναφέρονται στο παρόν, στο θεατό και απτό. Προέρχονται από τα αντικείμενα που με περιβάλουν, από καταστάσεις που ζω, από καταστάσεις που με ελκύουν.

ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Aς επιστρέψουμε στην τρέλα.

Η υπόθεσή μας είναι ότι η τρέλα προέρχεται από έλλειμμα ή διαταραχή του πρωτογενούς επιπέδου, ανεξαρτήτως από την ανάπτυξη, καλή ή κακή, του δευτερογενούς επιπέδου. Αυτή η πτώση του ενός επιπέδου του ψυχισμού καταλήγει σε κάθε περίπτωση σε πραγματική αναπηρία.

Αυτή η αναπηρία, από τη μια, προκαλεί ανισορροπία στον ψυχισμό, τον κάνει να χάσει τα σημεία αναφοράς του και να καταλήξει σε αυτό που ονομάζουμε τρέλα, και, από την άλλη, εξηγεί σ’ ένα πολύ μεγάλο αριθμό περιπτώσεων αυτό που αρχικά παρατηρήσαμε, δηλαδή ότι όταν το δευτερογενές επίπεδο είναι καλά αναπτυγμένο έχουμε τη σύνδεση μεγάλων νοητικών, καλλιτεχνικών και κοινωνικών ικανοτήτων με την τρέλα.

Αυτή η διαταραχή της συμπεριφοράς, τύπου σωματο-σεξουαλικού, οδηγεί το υποκείμενο να ζει δύο είδη αντιφατικών γεγονότων που αντιστοιχούν στο προτεινόμενο σχήμα του Kurt Lewin, γιατί αυτά τα γεγονότα αντιτίθενται μεταξύ τους όπως τα δύο πεδία σε ισορροπία στην οπτική της Δυναμικής Ψυχολογίας του Lewin. Αυτά τα γεγονότα είναι:

1. Εμπειρία κενού και ανικανότητας στο σωματο-σεξουαλικό πεδίο, που συνιστά την καταθλιπτική φάση, σε αντίθεση με την επόμενη μανιακή φάση (διπολικό σχήμα).

2. Αδυναμία των δευτερογενών δραστηριοτήτων, νοητικών και φαντασιακών, να βρουν τρόπο να εκφρασθούν στο πλαίσιο της εξωτερικής δράσης, στο σωματικό επίπεδο, λόγω των σωματο-σεξουαλικών ελλείψεων. Συγχρόνως, αυτές οι δυνάμεις (δευτερογενείς δραστηριότητες) καλούνται απ΄τον ψυχισμό να δώσουν κίνητρα στον ελλειμματικό τομέα, εκφραζόμενες άμεσα, σα να ήταν εξωτερικές πραγματικότητες διαχειρίσιμες σωματικά, γεγονότα πραγματικά, ενσωματωμένα στο χώρο και στο χρόνο. Αντικείμενα νοητικά και απόμακρα γίνονται αντικείμενα παρόντα στο περιβάλλον, άμεσα βιωμένα από το υποκείμενο. Είναι η παραληρηματική φάση, η λεγόμενη «μανιακή», που υπάρχει άλλωστε σε όλες τις περιπτώσεις ψύχωσης, που ορίζει την ψύχωση.

Aς επανέλθουμε σε δύο γεγονότα, αντιστρέφοντας τη σειρά τους.

1.Αν είναι φυσικό οι δευτερογενείς ενέργειες, νοητικές και κοινωνικές, να μεταφράζονται σε απτές και φανερές δράσεις, είναι επίσης φυσικό, πραγματοποιώντας αυτό το πέρασμα, να συναντούν κίνητρα και τάσεις του υποκειμένου σε αυτό το επίπεδο ως φυσικά αντικείμενα, συγκεκριμένα, που αγγίζονται, άμεσα. Για παράδειγμα, είναι πολύ γνωστό, μετά τις παρατηρήσεις του Stendahl της «κρυσταλλοποίησης». Ενας φοβητσιάρης ερωτευμένος, που δεν έχει πραγματικά συναντηθεί σωματικά με το πρόσωπο που αγαπά, αλλάζει την εικόνα που έχει όταν αρχίζει να έχει πιο άμεση επαφή μαζί του, τύπου αισθησιακού-σεξουαλικού. Με τον ίδιο τρόπο όταν μπαίνουμε σε μια νέα χώρα, μπορεί να ονειρευτήκαμε τις ομορφιές μέχρι να τις ζήσουμε, πράγμα που αλλάζει την οπτική μας. Όταν περιμένουμε ένα γεγονός δεν είναι το ίδιο με όταν το ζούμε, γιατί προηγουμένως μόνο το φανταζόμασταν.

Είναι ακριβώς αυτή η μετατροπή που παράγεται στην περίπτωση που ο σωματο-σεξουαλικός τομέας είναι διαταραγμένος. Λόγω αυτής της διαταραχής, τα συνήθη κίνητρα που αφορούν το σώμα και τη σεξουαλικότητα, δεν ισχύουν πια γιατί έχουν αντικατασταθεί από αποστροφή και απέχθεια.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα νοητικά και φαντασιακά κίνητρα του δευτερογενούς επιπέδου υποκαθιστούν τα ρεαλιστικά κίνητρα. Υπεισέρχονται, θα λέγαμε, στην καθημερινότητα του υποκειμένου, υποκρινόμενα ότι είναι δυνάμεις υπαρκτές στο περιβάλλον, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Το υποκείμενο ζει στην παρούσα καθημερινότητά του σενάρια φαντασιακά, θεωρώντας τα παρούσες πραγματικότητες απτές, αγγίξιμες «εδώ και τώρα».

Είναι ο ορισμός του ίδιου του παραληρήματος. Τα περισσότερα από τα θέματα που υποστηρίζουν το παραλήρημα συνιστούν νοητικές επεξεργασίες, φανταστικές ιστορίες ή νοητικά παιχνίδια. Ο καθένας μπορεί να φαντασθεί ότι είναι ο Ναπολέων και να αναρωτηθεί τί θα έκανε σ΄αυτή την περίπτωση ή τί θα αισθανόταν. Από εκεί μέχρι το να σκεφθεί ότι είναι ο Ναπολέων, να ενεργεί και να μιλά λέγοντας ότι αυτό είναι πραγματικό, υπάρχει τεράστια απόσταση.

Αυτός που δίνεται ολόψυχα σε μια τέτοια υποκατάσταση δεν αναρωτιέται αν είναι σωστό να πει ότι είναι ο Ναπολέων, γιατί αυτό που του χρειάζεται είναι να τραβήξει στα άκρα αυτή την ταύτιση. Αυτό του είναι απαραίτητο για να μπορέσει να ζήσει ολοκληρωτικά την κατάσταση, που έχει μεν νόημα ως φαντασία αλλά που έχει ανάγκη να τη μεταφράσει σωματικά γιατί στερείται άλλων ουσιαστικών ικανοποιήσεων. Ακόμη και η κατάσταση του ηθοποιού που μιμείται τον Ναπολέοντα, δεν του αρκεί. Πρέπει να γίνει πραγματικά ο Ναπολέων, αν αυτό μπορούμε να το πούμε. Η ψευδαίσθηση έχει σωματική λειτουργία, απαντά σε μια ανάγκη. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρχει σ’ ένα ψυχισμό που έχει συνείδηση του εαυτού του.

Ο Pierre Janet κάνει μια συναρπαστική περιγραφή της κατάστασης της τρέλας στον δεύτερο τόμο του De l`angoisse à l`extase (Από την αγωνία στην έκσταση), δίχως δυστυχώς να φθάσει σε μια πραγματική θεωρητικοποίηση. Επιμένει στο γεγονός ότι ένα υποκείμενο σ’ ένα επεισόδιο παραληρήματος φθάνει σε μια κατάσταση που την ονομάζει «ανάταση» lation) που την ορίζει ως κατάσταση ακραίας ευτυχίας, με συνείδηση ότι αυτό δεν μπορεί να διαρκέσει και θα τελειώσει σύντομα.

Είναι πράγματι η λειτουργία του παραληρήματος. Για ένα άτομο που δεν έχει το μερίδιό του σε συγκεκριμένη ευχαρίστηση, φυσική, σωματική, πρέπει κάτι να του την δώσει, με ένα άλλο τρόπο, να τον αποζημιώσει. Ούτως ή άλλως υποχρεούται να ικανοποιηθεί στο επίπεδο της λίμπιντο. Εάν δεν το βρίσκει αυτό εκεί που συνήθως βρίσκεται, θα το ψάξει αλλού.

Οι βλάβες που προκαλούνται τότε στο περιβάλλον είναι σημαντικές και βρίσκονται στη βάση των ορισμών που δίδονται επίσημα από τα διάφορα DSM. Οι δευτερογενείς λειτουργίες του υποκειμένου δεν θίγονται γενικά σε αυτές τις περιπτώσεις. Αναφέρομαι στις φαντασιακές, νοητικές και κοινωνικές λειτουργίες.

Εάν θιγούν όμως, πράγμα που είναι δυνατόν να συμβεί ορισμένες φορές, έχουμε τότε περιπτώσεις ψύχωσης στις οποίες το δευτερογενές επίπεδο θίγεται επίσης, πέραν του πρωτογενούς. Τις περιπτώσεις αυτές τις ονομάζουμε «παράνοια». Είναι η πιο ακραία μορφή τρέλας. Σ΄αυτή την περίπτωση φαντασιώσεις επιθετικές, καταστροφικές και σαδιστικές προβάλλονται στο πρωτογενές επίπεδο και επιτρέπουν, λόγω της συγκεκριμενοποίησης, πραγματικά εγκλήματα, αιματηρά περάσματα στην πράξη, παραβάσεις πολύ σοβαρές.

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

2. Η καταθλιπτική πλευρά της κατάστασης της τρέλας είναι αυτή που τράβηξε περισσότερο την προσοχή των ερευνητών. Είναι πράγματι η αιτία της τρέλας, γιατί το συναίσθημα της ανικανότητας από το οποίο προέρχεται είναι αυτό που εξηγεί γιατί το υποκείμενο αναζητεί την ευχαρίστηση εκεί που δεν ριζώνει, εκεί που λειτουργεί μόνο νοητικά και φαντασιακά, σαν μπαλόνι που το παρασέρνει ο άνεμος.

O ουσιαστικός ρόλος του πρωτογενούς επιπέδου, στη γενική ψυχική λειτουργία, είναι να εξισορροπεί το δευτερογενές επίπεδο, να ριζώνει το υποκείμενο στο πραγματικό, να του δίνει υλική υπόσταση και σταθερότητα. Η κινητικότητα, η ψυχοκινητικότητα, η επίδειξη, το «look», η γοητεία, δεν είναι επιπόλαιες και επιφανειακές δραστηριότητες αλλά δυνάμεις ισχυρές που ασκούνται συνεχώς, καθημερινά, σχεδόν κάθε στιγμή.

Εάν αυτά λείπουν, προκύπτει ένα συναίσθημα κενού και κυρίως η απουσία μιας συνεχούς πηγής ευφορίας. Αυτό λέγεται κατάθλιψη που μεταφράζεται στις ακραίες της φάσεις σε συναισθήματα απαξίωσης της ζωής, ότι αυτή δεν έχει νόημα και δεν αξίζει να ζει κανείς. Πράγματι και σε αντίθεση με αυτό που ισχυρίζονται οι κλασσικοί φιλόσοφοι, η ζωή δεν είναι φτιαγμένη για να επιβιώνουμε αλλά για να είμαστε ευτυχισμένοι και ικανοποιημένοι. Συχνά προτιμούμε να διαγράψουμε τη ζωή παρά να παραιτηθούμε από την ευτυχία, σαν ο στόχος (η ευτυχία) να είναι πιο σημαντικός από το ταξίδι (τη ζωή).

Θα έπρεπε να προσθέσουμε ότι οι ενέργειες στο πρωτογενές επίπεδο είναι επίσης αυτές που μας επιτρέπουν να αποχτήσουμε τις ζωτικές ικανότητες και δεξιότητες για την εξασφάλιση της καθημερινής μας ύπαρξης. Αν δεν αποκτηθούν αυτές τις ικανότητες, λόγω μη ευχαρίστησης από τις δραστηριότητες που οδηγούν σ’ αυτές, είμαστε ανεφοδίαστοι μπροστά στις δυσκολίες της ζωής, τους πόνους και τα ρίσκα. Αυτό αυξάνει το συναίσθημα ανικανότητας και εγκαθιστά στο υποκείμενο το φόβο και τη δειλία μπροστά στο αύριο. Δεν βρίσκεται πια στο παραλήρημα αλλά στο αντίθετό του: στη γκρίζα καθημερινότητα, στην ανία. Είναι μια σημαντική πλευρά της τρέλας, η καταθλιπτική φάση στο διπολικό κύκλο.

Τέλος, θα έπρεπε να προσθέσουμε ένα συναίσθημα το οποίο ο P. Janet μελέτησε ιδιαίτερα. Πρόκειται για την απώλεια ή την απουσία αυτής της κατάστασης της «ανάτασης» (élation), που το υποκείμενο γνώρισε και που τώρα του λείπει σκληρά. Αυτό το συναίσθημα είναι πολύ ισχυρό στη μυστικιστικού τύπου τρέλα, όπου η επαφή με το θείο είναι σαν απαραίτητη τροφή. Τονώνει ακόμη περισσότερο το συναίσθημα του κενού. Οι στρατηγικές για να ξαναβρεθεί το συντομότερο αυτή η κατάσταση της ανάτασης, χάρις σε ουσίες ή σε τεχνικές που εξασφαλίζουν τη μέθη, αποτελούν επίσης μέρος των δεδομένων, κυρίως όταν λαμβάνουμε υπ’ όψη μόνο τα προβλήματα δυσκολιών προσαρμογής. Η τρέλα αναγνωρίζεται συχνά μέσα από συμπεριφορές αυτού του τύπου, οι οποίες σαν τέτοιες έχουν δευτερεύουσα σημασία.

ΨΥΧΩΣΗ ΚΑΙ ΠNEYMATIKH ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ

Η θέση που υποστηρίζω σ΄αυτό το κείμενο, ότι δηλαδή η τρέλα προέρχεται από τη σύνδεση δύο επιπέδων του ψυχισμού, ενισχύεται πολύ από τη διαπίστωση με την οποία ξεκινήσαμε τον προβληματισμό μας. Πρόκειται για το ότι η τρέλα μπορεί να καταλάβει άτομα μεγάλης πνευματικής καλλιέργειας: λογοτέχνες, όπως ο Gérard de Nerval, η Virginia Wolf, ο Guy de Maupassant, o Antonin Artaud, φιλόσοφοι, όπως ο Νίτσε, ο Louis Althusser, ζωγράφοι, όπως ο Van Gogh, επιστήμονες, όπως ο Boltzman, κλπ.

Στην περίπτωση αυτών των προσωπικοτήτων, η ανύψωσή τους στο δευτερογενές επίπεδο, όπου τοποθετείται η δράση τους, δεν τους εμπόδισε να παραμελήσουν, ακόμη και να απορρίψουν το πρωτογενές επίπεδο, το οποίο στράφηκε εναντίον τους. Το σώμα τους φαίνεται αξιοκαταφρόνητο και ενοχλητικό. Κάνουν μάλιστα ένα είδος επιλογής που παρατηρείται συχνά σ’ αυτούς που στρέφονται προς την πνευματική καλλιέργεια. Αυτή η στροφή παρατηρείται συχνά στα μεσαία κοινωνικά στρώματα, στα οποία το κεντρικό πρόβλημα είναι να ξεφύγουν από την παραδοσιακή τους «αμορφωσιά», δίχως όμως να πέσουν στο άλλο άκρο των ανέσεων της κυρίαρχης τάξης. Δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν παρά με μεγάλη προσπάθεια επικεντρωμένης στη μελέτη και στη σκέψη.

Στη σύγχρονη Γαλλία, είναι περιοχές στα δυτικά και νότια, όπου πολλοί κάνουν ανώτερες σπουδές. Είναι επίσης οι περιοχές με το υψηλότερο ποσοστό ψυχικών ασθενειών (βλέπε τη μελέτη του Borgès de Sylva). Aυτό εξηγείται από τη διατήρηση ανεξάρτητων αγροτικών δομών που ασκούν πίεση προς την κατεύθυνση του καθωσπρεπισμού και της υποταγής, από την οποία οι κάτοικοι των πόλεων, ιδιαίτερα οι νέοι, θέλουν να ξεφύγουν, στρεφόμενοι προς τα αστικά επαγγέλματα και τις σπουδές. Δεν μπορούν να το πετύχουν παρά τονίζοντας την τάση τους για εξιδανίκευση (sublimation) και την απόκτηση γνώσεων, σε αντίθεση με την «αμορφωσιά» των άλλων. Τα ψυχικά προβλήματα είναι η συνέπεια.

Αυτό το φαινόμενο συναντάται και αλλού, για παράδειγμα στους εβραϊκούς κύκλους των Ηνωμένων Πολιτειών που είναι γνωστοί για το υψηλό ποσοστό ψυχικών ασθενειών, κύκλοι που δίνουν υπέρμετρη αξία στην πνευματική καλλιέργεια για να ξεφύγουν από τις δομές που τους περιβάλλουν.

Η πνευματική καλλιέργεια δεν είναι από μόνη της παράγοντας ψυχικής διαταραχής, το αντίθετο μάλιστα. Γίνεται όταν επιτρέπει το διαχωρισμό από ένα ακαλλιέργητο και καθυστερημένο κοινωνικό περίγυρο που επιβεβαιώνεται από τη φυσική του δύναμη, από τη μυϊκή αποτελεσματικότητα. Τότε η πνευματική καλλιέργεια συμβολίζει την πρόοδο και την εξέλιξη.

Το να ξαναποκτήσουμε το σώμα και να το κάνουμε ένα μέσο καλλιέργειας, γίνεται λοιπόν απαραίτητο, αν δεν θέλουμε να εξισώσουμε την εξιδανίκευση με την πνευματική καλλιέργεια, όπως το σκεφτόταν ο Φρόυντ.

Στην έρευνα που θα αναλύσω στη συνέχεια θα δούμε εν λειτουργία αυτό το φαινόμενο της εξιδανίκευσης, που ταυτίσθηκε (από τον Φρόυντ) με την πνευματική καλλιέργεια (culture). Ο διαχωρισμός (dissociation) μεταξύ των ψυχικών επιπέδων θα εμφανισθεί πλήρως.

ΟΙ ΕΞΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕΛΕΤΗΘΗΚΑΝ

Ας έρθουμε τώρα στις περιπτώσεις που μελετήσαμε στην ερευνητική ομάδα, πράγμα που θα μας επιτρέψει να ελέγξουμε την υπόθεση που προηγουμένως παρουσιάσθηκε. Στο τέλος θα εξετάσουμε γεγονότα πιο γενικά, πράγμα που θα ενισχύσει την πεποίθησή μας.

Εξετάζοντας τις έξι περιπτώσεις που αναφέραμε, παρατηρούμε αμέσως ότι όλοι έχουν γράψει κείμενα από τα οποία ορισμένα πολύ σημαντικά. Τα δύο πρόσωπα που δεσμεύθηκαν αρχικά λιγότερο σε αυτή την κατεύθυνση, είναι από τη μια η «Μadeleine» του Janet και από την άλλη η «Renée» του Sechehaye. Όμως η πρώτη, μετά από αίτημα του Janet, έγραψε ημερολόγιο περίπου 2000 σελίδων και η δεύτερη, της οποίας η ασθένεια διήρκεσε σχετικά λίγο, μπόρεσε να αναλύσει την περίπτωσή της με εξυπνάδα και λεπτότητα, σε ένα κείμενο δημοσιευμένο από τον αναλυτή της.

Δεν είναι το ίδιο το έργο που μας ενδιαφέρει αλλά αυτό που φανερώνει, δηλαδή την ικανότητα του υποκειμένου να υλοποιεί νοητικές ενέργειες και να έχει συμπεριφορές κοινωνικές και συναισθηματικές.

Διακρίνουμε τρείς κατηγορίες στον πληθυσμό των ψυχικά ασθενών.

Η πρώτη αντιπροσωπεύεται από τρία υποκείμενα που προσανατολίσθηκαν έντονα στην οδό του παραληρήματος: η «Renée» του Sechehaye, η «Madeleine» του Janet και ο πρόεδρος δικαστηρίου Schreber, που μελετήθηκε από τον Φρόυντ και πολλούς άλλους.

H δεύτερη αντιπροσωπεύεται από δύο υποκείμενα που έγιναν λιγότερο ή περισσότερο επικίνδυνα και που έκαναν απόπειρα δολοφονίας: ο Ernst Wagner και η Marguerite Anzieu.

Η τρίτη αντιπροσωπεύεται μόνο από τον Althusser, του οποίου η ισχυρά καταθλιπτική πλευρά τον έφερνε συνεχώς κοντά στην αυτοκτονία και τελικά τον οδήγησε στο φόνο της συζύγου του, στη διάρκεια μια συγκεχυμένης σκηνής όπου ο έρωτας ανακατευόταν με τη βία. Ηταν η ίδια η αγάπη του που τον έβαζε σε κίνδυνο.

Η RENÉE, H MADELEINE ΚΑΙ Ο SCHREBER

Aς δούμε πρώτα την πρώτη κατηγορία και ας κινηθούμε αντίστροφα από τα γεγονότα της ιστορίας των υποκειμένων.

Και στα τρία αναφερόμενα πρόσωπα το φαντασιακό στοιχείο είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο και πάνω σ’ αυτό αναπτύσσονται οι ψυχολογικές τους παραγωγές. Το σώμα είναι γεμάτο από το φαντασιακό, είτε γιατί το μιμείται είτε γιατί κατακλύζεται και καθορίζεται από αυτό.

Η Renée, ασθενής του Sechehaye, έχει ένα φαντασιακό κοντά στα αισθητηριακά δεδομένα, στενά συνδεδεμένο με τον περιβάλλοντα χώρο και τα αντικείμενα, με έντονη επιθυμία για ελευθερία και κίνηση. Το συναίσθημα του απόκοσμου, για το οποίο θα ξαναμιλήσω, παρουσιάζεται στην παιδική της ηλικία, κατά το σχολικό διάλλειμα, όπου είναι κλεισμένη στην αυλή, αλλά εξαφανίζεται όταν κοιτάζει έξω στο δρόμο: «Ημουν φυλακισμένη, λέει, και ήθελα τόσο να δραπετεύσω έξω. Μερικές φορές ταρακουνούσα τις μπάρες σα να μην υπήρχε άλλος τρόπος για να βγω, σαν τρελή, σκεφτόμουν, που θέλει να επιστρέψει στην κανονική ζωή. Γιατί ο δρόμος μου φαινόταν ζωντανός, πραγματικός, χαρούμενος, και οι άνθρωποι που κυκλοφορούσαν ήταν ζωντανοί, συγκεκριμένοι, ενώ όσοι ήταν στον περίβολο της αυλής ήταν δίχως όρια, δεν ήταν πραγματικοί, ήταν μηχανικοί, δίχως σημασία: ήταν ο εφιάλτης της βελόνας στα άχυρα». Αυτό που απαξιώνεται και απορρίπτεται γίνεται επίσης αντιληπτό ως προς ιδιαίτερες χωροχρονικές αναφορές. Μιλάει για καταστάσεις «έξαρσης και ζέσης ως προς τη φύση» για την «ευχαρίστηση να ακούει τον άνεμο νa βουϊζει στο δάσος». «Οι κραυγές και οι στεναγμοί του δάσους μου έφερναν αγωνία που μου χαλούσε την ευχαρίστηση».

Αυτό πάει πιο μακριά από το απλό ενδιαφέρον για τη φύση. Είναι πραγματικά ένα ενδιαφέρον για τη φυσική διάσταση των πραγμάτων. Εχει μια κούκλα που τη λατρεύει, αλλά δεν ενδιαφέρεται να την ταΐσει : «Μ’ ενδιέφερε μόνο να είναι καλά σωματικά, αισθητηριακά: στάση, ζέστη, κρύο, φως, υγρασία. ……… Τα αντικείμενα μοιάζουν να είναι μακέτες, βαλμένα εδώ και εκεί, σαν γεωμετρικοί κύβοι, που έχουν χάσει κάθε σημασία τους».

Δεν εκπλήσσει, σε αυτές τις συνθήκες, το ότι οι ψευδαισθήσεις της, των οποίων θα δούμε την προέλευση, παίρνουν μορφή σχετική με το φως. Κάτι που συνεχώς φοβάται μη την ενοχλήσει είναι αυτό που ονομάζει «Φωτισμό» (Eclairement). Πάνω απ’ όλα υπάρχει το «Σύστημα» που μεταφράζει, λόγω της σημασίας που παίρνει, την ανάγκη κατασκευής ενός φανταστικού κτιρίου. «Ολο και περισσότερο αισθανόμουν ότι θα αφεθώ να με πάρει το Σύστημα και ότι θα βυθισθώ στη χώρα του Φωτισμού ή των Εντολών, όπως την ονόμαζα επίσης».

Το οικοδόμημα που κατασκευάσθηκε από την Madeleine, την οποία ο Janet παρακολουθούσε επί 20 χρόνια, είναι εντελώς διαφορετικής φύσης, πλην όμως είναι επίσης ένα οικοδόμημα. Είναι ένα οικοδόμημα συναισθηματικό, ερωτικό, μυστικιστικό, στο οποίο ο θεός έχει την πρωτοκαθεδρία, σύμφωνα με ένα σύστημα και τάξη εξαιρετικά αυστηρή. Ο θεός είναι εγκατεστημένος στον ουρανό, είναι μια ανώτερη Θέληση : «Σ’ ένα μεγάλο αριθμό εκστάσεων, λέει ο Janet, η Madeleine περιορίζεται στο να δέχεται και να μεταφέρει τις οδηγίες του θεού, και υπαγορεύει έτσι, στο όνομα του θεού, μια ολόκληρη ηθική. Η γενική ιδέα αυτής της ηθικής είναι η ανωτερότητα των πνευματικών πραγμάτων ως προς τα υλικά». Ολα αυτά, τακτοποιημένα και ιεραρχημένα, καταλήγουν στην ταύτισή της με τον Χριστό, ακόμη και με την σταύρωση της και τα στίγματά της.

Η Madeleine είναι αυτή από τους τρείς που μας δίνει να καταλάβουμε καλύτερα το νόημα όλων αυτών των κατασκευασμάτων. Το νόημά τους είναι η ευτυχία, μια ολοκληρωτική ευτυχία, απόλυτη, πέρα από κάθε αναπαράσταση, που ονομάζεται μακαριότητα. Η Madeleine ισχυρίζεται ότι εκεί φτάνει στις στιγμές έκστασης και ενθουσιασμού, όπου δεν λείπουν μάλιστα και τα φιλιά τα πιο φλογερά. «Σ’ αυτές τις καταστάσεις, λέει ο Janet, κυριαρχεί σταθερά ένα συναίσθημα βαθειάς χαράς όπως και όλων των αισιόδοξων συναισθημάτων που τη συνοδεύουν και που δίνουν στις σκέψεις ένα ιδιαίτερο τόνο». Παρ’ όλο που η Madeleine μας δίνει συνολικά την εντύπωση κάποιου που έζησε την κόλαση στη ζωή του, αυτή της η ικανότητα και αυτό της το κάλεσμα για ευτυχία ενσαρκώθηκαν στον τόπο όπου επέλεξε να τοποθετήσει το θεό της, ο οποίος δεν σταμάτησε να τη βασανίζει με τις απαιτήσεις, τις διαταγές, την κτητικότητά του. Γιατί η Μadeleine το έκανε αυτό; Αυτό θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε.

Το φαντασιακό οικοδόμημα του προέδρου Schreber βασίζεται στην επιστημονική πολυμάθεια. Είναι η κατασκευή ενός ανθρώπου του οποίου ο πατέρας, διάσημος για τις διαβολικές του παιδαγωγικές επινοήσεις, με στόχο την ανόρθωση και την πειθάρχηση του σώματος, ήταν επίσης ένα είδος σοφού ζυμωμένου στις θεωρίες της νευρο-φυσιολογίας. Ο Schreber θέτει τον Θεό στην κορυφή του οικοδομήματός του, αλλά όλες οι σχέσεις του θεού με τα δημιουργήματά του και μεταξύ των δημιουργημάτων, όπως και με κάποια πρόσωπα κλειδιά, όπως ο γιατρός του Flechsig, επικεντρώνονται στα νεύρα και στις νευρικές λειτουργίες, που ο ίδιος ονομάζει «ψυχές» ή «ακτίνες». Τα νεύρα-ακτίνες γίνονται η βάση όλης της βιολογικής και ψυχολογικής ζωής. Το σύμπαν ολόκληρο δεν είναι παρά ένα σύμπαν νεύρων-ακτίνων που κάνει θαύματα.

Πέρα από τα φαντασιακά γεγονότα που συμβαίνουν σ’ αυτό το σύμπαν, όπου το υποκείμενο συνθλίβεται αλλά τελικά εξυψώνεται, το ενδιαφέρον είναι η λειτουργία της σκέψης του, η οποία μας ενδιαφέρει εδώ πολύ.

Ετσι όπως κατάληξε, με το πέρασμα του χρόνου, η λειτουργία της σκέψης του, μάλλον παραπέμπει σε καταδίκη σε βασανιστήρια. Πρόκειται πράγματι για υποχρέωση να σκέφτεται ή ακόμη για «υποχρεωτικό παιχνίδι της σκέψης», που σημαίνει, μας λέει, «υποχρέωση να σκέπτεσαι δίχως ανάπαυλα». «Είναι, λέει, ένα χαρακτηριστικό της φύσης των νεύρων, κάθε φορά που τους ρίχνονται λέξεις δίχως σχέση μεταξύ τους ή ακόμη και παραποιημένες φράσεις, να ξεκινούν αυτόματα την αναζήτηση αυτού που λείπει ώστε να ολοκληρωθεί η σκέψη και να ικανοποιηθεί το ανθρώπινο πνεύμα» (P.XVI). Περιγράφει με λεπτομέρεια, πως, στερεοτυπικά, πάντοτε οι ίδιες φράσεις επανέρχονται ασταμάτητα στο νου του και τον υποχρεώνουν να περάσει στη συνέχεια σε άλλες σκέψεις.

Αυτή η υποχρέωση είναι τόση ώστε τον οδηγεί στην απόλυτη σωματική ακινησία για να μπορεί να σκέφτεται. «Επίσης, λέει, επέβαλα στον εαυτό μου για πολλές εβδομάδες και πολλούς μήνες, τη σχεδόν αδιανόητη θυσία να σταματήσω κάθε χειρονομία και κάθε άλλη ασχολία πέρα από τη συζήτηση με τις φωνές μου, σε σημείο τέτοιο που τη νύχτα, στιγμή ιδιαίτερα αποφασιστική για την όλη ιστορία, να μη τολμώ να αλλάξω πλευρά στο κρεβάτι μου γιατί, πράγματι, η καταστροφή των ψυχών φαίνεται να καιροφυλακτεί κατά τον ύπνο»(P.X).

Όμως, (ο πρόεδρος Schreber), οφείλει να αναγνωρίσει, παρά τον καταναγκαστικό χαρακτήρα της σκέψης του, ότι αυτό υπήρξε «νοητικό ερέθισμα» για τον ίδιο. «Σκέφτομαι (…) το αποτέλεσμα του νοητικού ερεθίσματος που μου άσκησε αυτός ο καταναγκασμός να σκεφθώ (P.XVII). Και προσθέτει: «Κάθε φορά που βλέπω κοντά μου να εκτελείται μια ανθρώπινη ενέργεια, κάθε φορά που στον κήπο μου ή από το παράθυρό μου ατενίζω τη φύση, γεννιούνται μέσα μου ορισμένες σκέψεις. Εάν εκείνη τη στιγμή ακούσω, άμεσα συνδεόμενο με τη σκέψη μου, παρεισφρύοντας στα νεύρα μου, ένα «γιατί λοιπόν;» ή ένα «γιατί; διότι…», αμέσως είμαι υποχρεωμένος, ή τουλάχιστο αισθάνομαι παρακινημένος, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι οι άλλοι άνθρωποι, να αρχίσω να σκέφτομαι επί των αρχών που βρίσκονται στην πηγή των εν λόγω φαινομένων ή της χρησιμότητάς τους»(P.XII).

Αυτή η φανταστική ώθηση για να σκεφθεί, να κατασκευάσει, να επεξεργασθεί, βρίσκεται επίσης στη Madeleine. «Η εσωτερική ψυχολογική δράση, λέει ο Janet, που συνίσταται στα εσωτερικά λόγια, στις εσωτερικές στάσεις που γεννούν τις σκέψεις και τις εικόνες, παρουσιάζει (στη Madeleine) σημαντική ανάπτυξη».

Ετσι, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι αυτά τα τρία πρόσωπα, πολύ πέραν του να είναι απλά τρελοί και παράφρονες, είναι επίσης μεγάλοι στοχαστές, υπάρξεις που επιδίδονται στη σκέψη. Θα μπορούσαμε να σκεφθούμε ότι τα δύο αυτά φαινόμενα διαχωρίζονται, ότι αυτά τα πρόσωπα είναι τρελοί παρά το γεγονός ότι σκέφτονται και συλλογίζονται, σαν να υπήρχαν δύο καταστάσεις μέσα τους, δύο υπάρξεις. Αυτό όμως δεν αντιστοιχεί στα γεγονότα. Θα δούμε ότι η τρέλα τους συνίσταται στην παρέκκλιση των σκέψεων και της αντιληπτικότητας τους, σα να εισέρχεται στο εσωτερικό τους, σαν να υπήρχε ένας άλλος παράγοντας που έρχεται να διαστρέψει υγιείς και μερικές φορές λαμπρές λειτουργίες. Θα δούμε λοιπόν πως υπεισέρχεται αυτός ο παράγοντας.

Η ΜΟΛΥΣΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΕΥΩ

Όλα συμβαίνουν, στα άτομα που μελετούμε, σαν τα φαντασιακά οικοδομήματα που κατασκεύασαν να είναι υπονομευμένα εκ των ένδω. Υπονομευμένα από ανεξέλεγκτες δυνάμεις, που αποδίδουν νέα σημασία στα οικοδομήματα αυτά, προερχόμενες από την φυσική ανικανότητα των ατόμων αυτών.

Αυτή η νέα σημασία προέρχεται από τους θεμελιώδεις φόβους τους, όπως θα το δούμε στη συνέχεια, αλλά για την ώρα ας αρκεσθούμε στο να σημειώσουμε ότι καταφέρνει να τους φοβίζει. Εγκαθιστά αυτή η νέα σημασία ένα σύνολο απειλών εκεί όπου υπήρχε μόνο ευχαρίστηση κατασκευής ενός αισθητηριακού κόσμου, ενός ευτυχισμένου κόσμου, ενός συστήματος γεμάτου από επιστημονικές αναφορές.

Σε τι συνίσταται αυτός ο φόβος; Αυτός προέρχεται από την παρουσία ανθρωπόμορφων τεράτων ικανών να κατευθύνουν και να ανατρέψουν ολόκληρο το σύμπαν: το φωτιζόμενο Σύστημα στη Renée, ο Θεός με όλες τις ιδιότητές του στην Madeleine, οι θεότητες, ανώτερες και κατώτερες, που διευθύνουν τον κόσμο των ακτίνων, με όλους τους ακολούθους τους και τον Flechsing, τον γιατρό, στον Schreber. Αυτοί οι τρομεροί γίγαντες δεν αργούν να διαιωνίσουν τις κακίες τους. Απευθύνονται κατά προτεραιότητα στην φυσική πραγματικότητα του υποκειμένου, στο σώμα του, που το κακομεταχειρίζονται και το τυραννούν. Είναι τελικά αυτό το σώμα που θέτει το πρόβλημα.

To σύστημα «γίνεται επίμονο» για την Renée. «Μου έδινε διαταγές όλο και περισσότερο πιεστικές. Οφειλα να ριχθώ στη θάλασσα και να χαράξω ένα κανάλι. Αλλά κυρίως έπρεπε να πάω στο βυθό».

Τα βάσανα που επιβάλλονται στη Madeleine είναι πιο ιδιαίτερα και περισσότερο κατανοητά. Πάνω απ’ όλα η Madeleine οφείλει ν’ απαρνηθεί τον κόσμο σε τέτοιο βαθμό που να αγαπά και να επιζητεί την πιο ακραία μιζέρια. «Φιλοδοξία μου ήταν να είμαι μια από τις πιο φτωχές υπάρξεις, τις πιο άγνωστες, δίχως υλικά αντικείμενα, ονειρευόμουν να πεθαίνω μέσα στην πιο απόλυτη ανέχεια».Στη ζωή της υλοποιεί αυτήν την κατάσταση πραγμάτων. Οταν η Madeleine εισέρχεται σ’ ένα πάρε-δώσε ερωτικό με τον Θεό πιο υπογραμμισμένο, αυτός της επιβάλει τα χειρότερα, την εγκαταλείπει, αποτραβιέται, της κάνει παρατηρήσεις, την τιμωρεί. Ο Janet δείχνει ότι οι «καταστάσεις ξηρασίας» προηγούνται γενικότερα των καταστάσεων της έκστασης και του ενθουσιασμού, κλείνοντας ένα κύκλο λίγο πολύ φυσιολογικό, σαν η ευτυχία να έπρεπε παρ’ όλα αυτά να έχει και το αντίθετό της.

Οι καταστροφές που συμβαίνουν στο σύμπαν του Schreber είναι αμέτρητες, από την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους που αντικαθίσταται από ένα είδος φαντασμάτων, αφού πρώτα περάσει από επικίνδυνες συμμαχίες με τον Θεό και τον Flechsing, για να φθάσει σε πιο ιδιαίτερα γεγονότα όπως οι προσπάθειες μετατροπής του σε γυναίκα ή των βιασμών που υφίσταται. Ο Φρόυντ ισχυριζόταν ότι τα πάντα οδηγούνταν σ΄αυτό και σήμαιναν, βαθύτερα, την ομοφυλική επιθυμία για τον Flechsing. Μη υπαρχούσης άλλης παραπομπής που να δείχνει κάτι τέτοιο, χρειάζεται μεγάλη δόση a priori και μεροληψίας για να φθάσει κανείς σε ένα τέτοιο περιορισμό. Οι δυστυχίες του Schreber τελειώνουν, στα τελευταία κεφάλαια, με τον θρίαμβο της ηδονής και την πρόσβαση στην αθανασία, ωσάν, και αυτός επίσης, να ήθελε το θρίαμβο της ευτυχίας.

Εάν αναρωτηθούμε για την προέλευση αυτής της παρέκκλισης, δεν μπορούμε παρά να εκπλαγούμε από το γεγονός ότι αυτοί οι φόβοι είναι φόβοι άλλων ή άλλου ή του κόσμου γενικότερα. Η βασική υπόθεση που κάνω είναι ότι πράγματι αυτό προέρχεται από την τάση του να βλέπει τους άλλους και τον κόσμο ως απειλητικούς, επικίνδυνους, κακούς, καταστροφικούς.

Πίσω από αυτό υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, τραύματα της παιδικής ηλικίας που οδήγησαν σε αρνητική εμπειρία του άλλου, μέσω του περιβάλλοντος.

Τα πρώτα χρόνια της Renée, είναι χρόνια μιας σοβαρής κοπέλας πού ασχολείται με την οικογένειά της: « Κάτω από την εικόνα μιας νέας κοπέλας γεμάτης υπευθυνότητες και εργατικής (φρόντιζα πλήρως 6 άτομα με ελάχιστα χρήματα, διαπαιδαγωγούσα τα αδέρφια και τις αδερφές μου, ήμουν εξαιρετική μαθήτρια) αισθανόμουν όλο και περισσότερο χαμένη». Όταν αρχίζει ψυχανάλυση στα δωδεκά της χρόνια ανακαλύπτει αυτό που αποκαλεί ενοχή της, που αναφέρεται σε μια βαθειά επιθετικότητα προς τους άλλους. «Αισθανόμουν ένοχη για τον αυνανισμό και την εχθρότητα που ένοιωθα για όλον τον κόσμο. Τους μισούσα κυριολεκτικά όλους δίχως να γνωρίζω το γιατί. Ονειρευόμουν και φανταζόμουν συχνά ότι κατασκεύαζα μια ηλεκτρική μηχανή που θα τίναζε στον αέρα ολόκληρη τη Γη και όλους τους ανθρώπους μαζί. Αλλά αυτό που εύρισκα ακόμη χειρότερο ήταν ότι με τη μηχανή μου αφαιρούσα τον εγκέφαλο όλων των ανθρώπων που γίνονταν ρομπότ και έτσι θα υπάκουαν στη θέληση μου. Ηταν η πιο μεγάλη, η πιο τρομερή εκδίκησή μου». Το συναίσθημα του μίσους για ολόκληρο τον κόσμο, από όπου προέρχεται η ανάγκη κυριαρχίας πάνω του, είναι χαρακτηριστική ενός αντικοινωνικού συνδρόμου.

Γνωρίζουμε καλύτερα, χάρις στον Janet, τις πηγές των προβλημάτων της Madeleine. Προέρχονταν από ένα ευκατάστατο κοινωνικό περιβάλλον της βορείου Γαλλίας. Ηταν το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειάς της. «Η μητέρα, λέει ο Janet, που είχε πεθάνει νέα από εγκεφαλική αιμορραγία, ήταν μια συνετή και ήρεμη γυναίκα που μεγάλωνε τα παιδιά της αρκετά αυστηρά δίχως πολλές συναισθηματικές εκδηλώσεις».Πολύ νέα η Madeleine είχε κρίσεις θλίψης όπου εμφανίζεται η τάση της για απομόνωση. «Εύρισκαν το παιδί, λέει ο Janet, κλαμένο σε μια γωνιά και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον πόνο του γιατί ήταν εξαιρετικά κλειστή, αισθάνονταν «ενοχλημένη και ανίκανη να ανοίξει την ψυχή της», εκλιπαρούσε μόνο να την αφήσουν μόνη της «γιατί έπρεπε να ζει μέσα στη μοναξιά». Ηδη από ηλικίας πέντε ετών είχε το προαίσθημα «όλου του πόνου που θα όφειλε να ανακαλύψει αργότερα». Η τάση για απομόνωση είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της Madeleine. Στα δεκάξη της διακόπτει οριστικά τις σχέσεις με την οικογένειά της, φεύγει στη Γερμανία ως δασκάλα και στη συνέχεια αλητεύει μέχρις ότου μπαίνει φυλακή και στη συνέχεια συνεργάζεται με την αστυνομία. Στο ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Salpétrière, όπου εισάγεται είκοσι ετών, ζει απομονωμένη, αποκομμένη από τις άλλες ασθενείς. «Δεν συνδέθηκε με καμιά, λέει ο Janet, και ενώ οι περισσότερες από τις ασθενείς , μετά από τόσους μήνες μαζί, διατήρησαν φιλίες και συνέχισαν να σχετίζονται, η Madeleine δεν θυμόταν καμιά, όπως και την ξέχασαν οι άλλες αμέσως μετά την αναχώρησή της». Δεν εμπιστεύονταν ούτε τους ιερείς, που δεν ήθελε να τους δει. Εμπιστεύονταν μόνο τον Janet, με τον οποίο είχε έντονη θεραπευτική σχέση, με πολλές κρίσεις. Χάρις στον Janet ξαναβρήκε την οικογένειά της μετά από 24 ολόκληρα χρόνια.

Ας επιμείνουμε στο γεγονός ότι, παρά αυτήν της την εξέλιξη καθοριζόμενη από τον φόβο του άλλου και τη δίψα της για απομόνωση, μπόρεσε να αρχίσει, γύρω στα έντεκά της χρόνια, μια εμπειρία ερωτικής ευφορίας που η ίδια τη θεωρεί σαν κάτι που σχετίζεται με τη φύση και που την κάνει να μιλάει για ηδυπάθεια. «Εάν, λέει η ίδια, υπέφερα τρομερά στη ζωή μου, είχα επίσης και απίστευτες χαρές που με κάνουν να ξεχνώ. Αυτές οι ηδονές άρχισαν από τη νεότητά μου, οι πρώτες, νομίζω, αρκετά αδύναμες, στην ηλικία των 11 χρόνων. Ηταν ήδη δυνατές στα 17, 18, αλλά διαρκούσαν λίγο και έρχονταν σπάνια. Δεν έπαψαν να δυναμώνουν και τώρα έχουν γίνει παράξενες, ακατανόητες στους άλλους και γεμίζουν μέρες, βδομάδες ολόκληρες». Βλέπουμε εδώ ξεκάθαρα, σε κάποια ηλικία, τη σύγχρονη εξέλιξη σε δύο επίπεδα: στο ένα συνεχίζεται η αρνητικότητα της παιδικής ηλικίας και στο άλλο, του οποίου η προέλευση δεν είναι σαφής και αρχίζει στην προ-εφηβεία. Πιθανώς μπορούμε να το συσχετίσουμε με την ανακάλυψη της μουσικής και του χορού σε ηλικία 11 ετών.

Η ιστορία του Schreber είναι εντελώς πρωτότυπη γιατί βλέπουμε πώς μπορεί να καταστραφεί ένα παιδί από ακραίες συμπεριφορές αγριότητας και βιαιότητας, και συγχρόνως να διεγείρεται από ένα διανοητικό κλίμα στο περιβάλλον του που παρουσιάζει αναμφισβήτητα θετικές πλευρές.

Ενας από τους Αγγλους συγγραφείς που μελέτησε με τον καλύτερο τρόπο την περίπτωση Schreber, ανάμεσα στη μάζα των αναλυτών του, είναι ο W.G.Niederland.

Σχετικά με την επίδραση που είχε στο παιδί αυτό ο πατέρας, κορυφή της ορθοπεδικής ιατρικής και της παιδαγωγικής στη Γερμανία της εποχής του, ο Niederland γράφει: «Πέρα από μια παιδαγωγική στρατιωτικού τύπου που την εφάρμοζε άκαμπτα και που ήταν η μοίρα του Schreber από την πιο τρυφερή του ηλικία, φαίνεται ότι ήταν υποχρεωμένος να υποταχθεί εντελώς και να αφεθεί σε μια θέση παθητικότητας ως προς τον πατέρα, του οποίου ο σαδισμός δεν ήταν παρά ελάχιστα καλυμμένος από τις ιατρικές, ανανεωτικές, θρησκευτικές και φιλανθρωπικές του ιδέες. Η προφανέστατη παρουσία δολοφονικών ενορμήσεων του πατέρα στηρίχθηκε στα στοιχεία ενός φακέλου που ανακαλύφθηκε από τον Βaumeyer (1956). O πατέρας Schreber δεν είχε ανακαλύψει μόνο ασυνήθιστες μηχανικές συσκευές για να υποβάλλει τα παιδιά του σ΄αυτές, πιθανώς περισσότερο τα αγόρια απ΄ότι τα κορίτσια, αλλά είναι ξεκάθαρο , από πολλές αποδείξεις που βρήκα στα γραπτά του, ότι χρησιμοποιούσε επίσης ένα πολύπλοκο «επιστημονικό» σύστημα συνεχούς πνευματικής και σωματικής πίεσης, που διακοπτόταν κατά καιρούς από κάποια επιείκεια: μεθοδική συνέχεια τρόμου επιμελώς εφαρμοζόμενη και διακοπτόμενη από περιόδους επιείκειας και σαγηνευτικής καλοσύνης. Το όλο, συνδυαζόμενο με τελετουργικούς κανόνες που ως ριζοσπάστης ανανεωτής είχε ενσωματώσει στο πανίσχυρο ιεραποστολικό του σχήμα της σωματικής άσκησης».

Σε ένα άλλο κείμενο ο Niederland περιγράφει τις πρακτικές που οδηγούσαν το σχήμα αυτό. «Ο κύριος άξονας του εκπαιδευτικού συστήματος του Schreber, λέει, συνίσταται στην επαναλαμβανόμενη συμβουλή στους γονείς και στους παιδαγωγούν να χρησιμοποιούν σε μέγιστο βαθμό την αυστηρότητα και την πίεση στη διάρκεια των πρώτων χρόνων ενός παιδιού (…). Πειθαρχικά μέσα, συμπεριλαμβανομένης και της σωματικής ποινής, πρέπει να εφαρμόζονται και για την πιο μικρή παράβαση και μάλιστα από την πιο τρυφερή ηλικία, γιατί τα πιο ποταπά τμήματα της ακαλλιέργητης φύσης του παιδιού οφείλουν να εξασθενήσουν με την πιο μεγάλη αυστηρότητα».

Είναι ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε, όπως το κάνει ο Niederland, πως οι πρακτικές αυτές του πατέρα αντανακλώνται στις παραισθητικές φαντασιώσεις του γιού. Αλλά, θα ήταν επίσης καλό να αναρωτηθούμε πως ο γιός απέκτησε αυτά τα αναμφισβήτητα πνευματικά ενδιαφέροντα που εξηγούν εν μέρει αυτές ακριβώς τις φαντασιώσεις.

Το γεγονός ότι ο πατέρας είχε γράψει μια εικοσάδα έργα, εξαιρετικά ενημερωμένα, την περίοδο που ο γιός του ήταν παιδί και έφηβος, δεν μπορεί να μην τον επηρέασαν. «Η θαυμαστή δομή του ανθρώπινου οργανισμού», γράφει ο Νiederland, περιέχει εκατοντάδες εικόνες ανατομίας που δείχνουν τον άνθρωπο σε μια ατέλειωτη σειρά στάσεων και ασκήσεων». Είναι αλήθεια ότι αν περιορίσουμε το παραλήρημα του υιού Schreber στο να μην είναι παρά ένα συμβολικό καμουφλάρισμα των ομοφυλοφιλικών του επιθυμιών, όπως βλέπουμε να κάνει το σύνολο των άγγλων συγγραφέων (Niederland, 1979), τότε δεν υπάρχει πια τίποτα να εξηγήσουμε. Ο Φρουδισμός είναι εξίσου βίαιος και σαγηνευτικός όπως ήταν και ο πατέρας Schreber.

H ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ

Αντιμετωπίζοντας φαινόμενα όπως αυτά που περιγράφω, στα οποία νοητικά οικοδομήματα εντυπωσιακά και θετικά διαστρέφονται από διαταραχές που έρχονται από τα βάθη της παιδικής ηλικίας, το υποκείμενο πέφτει σ΄αυτό που ονομάζουμε τρέλα.

Μ΄αυτό γενικότερα εννοούμε όχι τόσο τις νοητικές επεξεργασίες για τις οποίες μίλησα αλλά τις απέλπιδες προσπάθειες που κάνει το υποκείμενο για να βγει από αυτό. Για μια ακόμη φορά δεν πρόκειται για αντιστάσεις, με την απλή έννοια της λέξης, αλλά μάλλον για μια κίνηση που θα του εξασφάλιζε τη σωτηρία του. Αυτό μεταφράζεται σε συμπεριφορές εξαιρετικά βίαιες, ουσιαστικά τις εξής: αυτοκτονία, φόνος, σωματική επιθετικότητα, παραλήρημα.

Η επιθυμία αυτοκτονίας βρίσκεται σε όλα τα υποκείμενα του αντίστοιχου πληθυσμού και ιδιαίτερα στους τρείς της μελέτης μας εδώ (Renée, Madeleine, Schreber) . Δεν είναι όμως αυτό ένα ιδιαίτερό τους χαρακτηριστικό. Αντίθετα το παραλήρημα χαρακτηρίζει μόνο τη μικρή ομάδα τους, ενώ ο φόνος και η σωματική πάλη χαρακτηρίζουν τους άλλους τρείς (Wagner, Anzieu, Althusser). Πρέπει λοιπόν να σκύψουμε πάνω στο φαινόμενο του παραληρήματος που είναι εξαιρετικά σύνθετο.

Το παραλήρημα παίρνει γενικά τη μορφή, στις ακραίες περιπτώσεις, των παραισθήσεων και των οραμάτων. Τα τρία πρόσωπά μας το γνωρίζουν αυτό. Επί πλέον σε αυτά, κυρίως στη Renée, υπάρχουν και υστερικά συμπτώματα που συνδέονται, θα το δούμε στη συνέχεια, με τα φαινόμενα που αναλύθηκαν προηγουμένως.

Αυτά τα τρία μας πρόσωπα αναλύουν τις παραισθήσεις και τα οράματά τους, αλλά αυτός που πάει πιο μακριά είναι ο Schreber, o oποίος συγγράφει ένα ειδικό κείμενο για να τα εξηγήσει. Πρόκειται για ένα Συμπλήρωμα των παραισθήσεων, που προστέθηκε στα Απομνημονεύματά του, το Φεβρουάριο του 1901.

Σε αυτό το κείμενο αναγνωρίζει, όπως άλλωστε και ο Kraepelin, που τον διάβασε, ότι οι παραισθήσεις δεν αντιστοιχούν γενικά με την πραγματικότητα. Είναι απλές φαντασιώσεις. Όμως για τον εαυτό του κάνει μια εξαίρεση. Όχι γιατί είναι βέβαιος για την πραγματικότητά τους αλλά γιατί έχει επιχειρήματα να πιστεύει ότι στην περίπτωσή του είναι πραγματικότητα. Στα Απομνημονεύματα, κάθε φορά που θίγει αυτό το θέμα, ξεδιπλώνει κάθε είδους επιχειρήματα και αποδείξεις για να διαβεβαιώσει ότι αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι πρόκειται για την πραγματικότητα. Η Madeleine κάνει το ίδιο.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτό που λέω, θα μπορούσαμε να σκεφθούμε ότι υπάρχει σ΄αυτούς κάποια αμφιβολία για την αλήθεια αυτών των φαινομένων. Αλλά είναι το αντίθετο που συμβαίνει. Τα επιχειρήματά τους είναι τόσο ισχυρά που δεν μπορούν να αμφιβάλουν ούτε για μία στιγμή. Είναι εντελώς πεπεισμένοι. Αυτή η «προστιθέμενη αξία» που δίδουν στις φαντασιώσεις τους είναι το νόημα που δίνουν σ’αυτές, το τελευταίο και οριστικό νόημα. Λόγω της σημασίας αυτού του φαινομένου, θα επανέλθω στο τέλος για να κλείσω το θέμα αυτό.

Σύμφωνα με τον Schreber, που αναφέρεται στην εμπειρία του των παραισθήσεων, παρουσιάζει η εμπειρία του αυτή δύο αντίθετα χαρακτηριστικά. Το πρώτο προέρχεται από μια έντονη αυτοματοποίηση της παραγωγικής και δημιουργικής του λειτουργίας. Το δεύτερο είναι ότι πιέζεται πολύ έντονα από μια βασανιστική υποχρέωση που κυριολεκτικά τον καταδιώκει.

Αρχικά αυτό προέρχεται από τις ενέργειες και τις λειτουργίες με τις οποίες σκεφτόμαστε, απομνημονεύουμε, μιλούμε. Σε κάποιον όπως ο Schreber, που δίνεται έντονα στις δραστηριότητες του, αυτό δημιουργεί, εισβάλοντας κυριολεκτικά στον κόσμο του, μια ισχυρότατη βάση πολλαπλασιαζόμενων αυτοματισμών, που δεν ζητούν παρά να αναδυθούν και που το κάνουν σταθερά και συνεχώς. Μιλώντας για τις παύσεις που εμφανίζονται σε κάθε πρόσωπο που κυριαρχείται από αυτές τις λειτουργίες αυτοματισμού, ο Schreber διακηρύσσει: «Σε μένα (…) αυτές οι παύσεις στη συζήτηση με τις φωνές δεν σταματούν καθόλου. Από την αρχή της επαφής μου με το θεό (…), σχεδόν 7 χρόνια πέρασαν στη διάρκεια των οποίων, εκτός όταν κοιμόμουν, δεν υπήρξε ούτε μια στιγμή που δεν άκουγα τις φωνές». Μιλάει για «άθλιες φράσεις που παραμένουν διαθέσιμες και που επανέρχονται πάντοτε ίδιες». Σημειώνει ότι από κάποια στιγμή και ύστερα, οι φράσεις αυτές έχουν την τάση να επιμηκύνονται, να τεντώνονται κατά κάποιο τρόπο, αφήνοντας μεγαλύτερα κενά μεταξύ των λέξεων, έτσι ώστε να προκαλείται ένας «ακατανόητος θόρυβος» που συνεχίζεται πάντοτε, ακόμη και όταν κάνει κάτι άλλο. Ο εσωτερικός λόγος γίνεται ιδιαίτερα σημαντικός όταν πρόκειται να πάρει κάποια απόφαση, όσο ασήμαντη και αν είναι, π.χ. να ενεργηθεί.

Το φαινόμενο μετατρέπεται πλήρως σε καταδίωξη εάν δούμε το περιεχόμενό του. Οι φωνές δεν σταματούν να προφέρουν βρισιές, που δεν τολμάει καν να αναφέρει. Μοιάζουν με σκουπίδια. Οταν στραφούμε προς τα οράματα, δηλαδή στα οπτικά φαινόμενα, βλέπουμε δέσμη ακτίνων που συγκλίνουν στο κεφάλι του και που στη συνέχεια απομακρύνονται προκαλώντας «ανυπόφορες αισθήσεις». Όταν αυτό πραγματοποιείται, είναι γιατί ο θεός αποτραβιέται εγκαταλείποντάς τον. Το πιο δύσκολο να αντέξει είναι η παρόρμηση να ουρλιάξει που όμως δεν το κάνει γιατί θα ενοχλούσε τους γείτονες και προσπαθεί μάταια να το ελέγξει.

Όλα αυτά θα έπρεπε κανονικά να οδηγήσουν τον Schreber να απαξιώσει τις παραισθήσεις του, να τις θεωρήσει υποκειμενικά φαινόμενα που πηγάζουν από τον εγκέφαλό του και που εξαρτώνται από τον ίδιο. Αλλά όχι, δεν γίνεται αυτό. Θεωρεί ότι προέρχονται από κάτι το υπερφυσικό. «Παραμένει (….) κατά συνέπεια για μένα, λέει, μια ακλόνητη αλήθεια ότι, μέσα από την ψευδαίσθηση των θαυμάτων είναι ο ίδιος ο θεός ο οποίος όλες τις μέρες και κάθε στιγμή μου φανερώνεται».

Μια τέτοια πίστη θέτει ένα εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα, που είναι το εξής: γιατί κάποιος που έχει συμφέρον να ξεχάσει, να ελαχιστοποιήσει, να σβήσει αυτά που τον κυριεύουν, τα προβάλει αντίθετα στο μέγιστο, τα ανεβάζει σε βάθρο και καταλήγει να τα ενισχύει; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι κατάλληλη για να μας προχωρήσει στην κατανόηση του φαινομένου της πίστης.

Oλα συμβαίνουν σαν οι άνθρωποι να προτιμούν να αντιμετωπίζουν εχθρούς σκληρούς, πραγματικούς, απτούς, παρά φαντάσματα δίχως στέρεο περιεχόμενο. Εδειξα αλλού (L`aventure humaine, 1999), ότι οι θρησκευτικές αντιλήψεις, στις αρχές τους, αντί να προφυλάσσουν από τις δυστυχίες της μοίρας, εγκαθιστούσαν αντίθετα μόνιμους κινδύνους στον ουρανό και στη γη.

Μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή τη διεργασία επικαλούμενοι τις απαιτήσεις της ετοιμότητας: πρέπει να δεις τον εχθρό κατά μέτωπο για να μπορέσεις να προφυλαχθείς. Αλλά αυτό δεν λειτουργεί έτσι στην περίπτωσή μας, γιατί εδώ δεν προφυλασσόμαστε εναντίον ενός υπαρκτού εχθρού. Επινοούμε κάποιον που δεν υπάρχει.

Η μόνη συναφής εξήγηση μου φαίνεται ότι συνίσταται σε ένα είδος νοητικής αυτοκτονίας. Από τη στιγμή που βρισκόμαστε μπροστά σε ένα εχθρό που δεν μπορούμε να του ξεφύγουμε, η μόνη λύση είναι να παραιτηθούμε, να σιωπήσουμε τις αντιστάσεις, να πέσουμε σε ένα είδος ανυπαρξίας που χαρακτηρίζεται από όλες τις αρετές της απουσίας και της λήθης. Λέγοντας αυτό, δεν κάνουμε παρά να περιγράφουμε την ίδια την κατάθλιψη, δηλαδή την παραίτηση από τη δράση, την αδράνεια. Ο εχθρός μου είναι πανίσχυρος, εισβάλει στο πνεύμα και στην καρδιά μου, εγκαταλείπομαι λοιπόν σε αυτόν, μπορεί να με κάνει ότι θέλει.

Τα υστερικά φαινόμενα, για παράδειγμα, αυτά που εμφανίζονται στη Renée με τα συναισθήματά της του απόκοσμου, πρέπει να κατανοηθούν με τον ίδιο τρόπο. Πρόκειται για την εξάλειψη ορισμένων λειτουργιών, τη στέρηση ζωτικών ενορμήσεων. Η αβουλία, η αμνησία, η αγνωσία, η αναισθησία, η απραξία απομακρύνουν από την πραγματικότητα, αποκοιμίζουν, μας πλησιάζουν στο θάνατο δίχως να χρειάζεται να τον υποστούμε. Υπάρχει μια λογική καταστροφής. Η Renée υφίσταται μια αναδρομική αγνωσία στο σημείο όπου έχει τις μεγαλύτερες ικανότητες: στην χωρο-χρονική επεξεργασία, στη σχέση της με το φως.

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

Η θέση που υποστηρίζω, θα έχει γίνει ήδη αντιληπτό, συνίσταται στο ότι παράγεται, στα υποκείμενα που μελετούμε, ένα αμάλγαμα μεταξύ οραμάτων και ονειρώξεων εξαιρετικά επεξεργασμένων και ισχυρών από τη μια και από την άλλη στοιχειωδών φόβων προερχομένων από την παιδική ηλικία όπου τα διάφορα τέρατα έχουν κύρια θέση και όπου βασιλεύει ένα συναίσθημα εξωπραγματικού. Το υποκείμενο κινδυνεύει κάθε στιγμή να διαλυθεί. Η υπόθεσή μου είναι, το επαναλαμβάνω, ότι η σχέση με το φυσικό χώρο και κόσμο, ακόμη και στην ανθρώπινή του διάσταση, διαταράχθηκε στην παιδική ηλικία και στην εφηβεία. Αυτή η διαταραχή οδηγεί στο να δημιουργηθεί αυτό το αμάλγαμα όπου οι διαμορφώσεις και οι φόβοι της παιδικής ηλικίας (πρωτογενής τομέας) συντήκονται με τις ψυχολογικές διαμορφώσεις που προέρχονται από τον δευτερογενή τομέα και έτσι το υποκείμενο οδηγείται στο παραλήρημα.

Αυτό το βασικό σχήμα παρουσιάζεται μέσα από διάφορες παραλλαγές.

Είδαμε προηγουμένως μια από τις κυριότερές του μορφές, που προσεγγίζει πολύ αυτό που ονομάζουμε σχιζοφρένεια με παραλήρημα παραισθητικού τύπου, το «μαντεύω τις σκέψεις των άλλων», κλπ.

Σε αυτήν τη διαμόρφωση, η σύνδεση δύο ανταγωνιστικών τάσεων καταλήγει στην αλληλοεπικάλυψη τους. Η εντατική και δημιουργική νοητική παραγωγικότητα, που χρησιμεύει για υπόστρωμα, διαστρέφεται προς την κατασκευή κοσμικών και φοβερών τεράτων που κυριεύουν ολόκληρη τη σκηνή και εισβάλουν μόνιμα στη ζωή του υποκειμένου. Για παράδειγμα, ο Schreber βλέπει παντού και μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες τα «θεϊκά θαύματα» και δεν σταματάει να ασχολείται με αυτά.

Η Madeleine είναι βυθισμένη μόνιμα σε ένα μυστικιστικό σύμπαν που δεν προκαλεί μόνο την έκσταση αλλά και την αγωνία την πιο έντονη, τη «νύχτα» των μυστικιστών.

Αυτό το σχήμα είναι διαφορετικό από αυτό που θα συναντήσουμε στα τρία πρόσωπα που μας απομένει να μελετήσουμε: τον Ernst Wagner, τη Marguerite Anzieu και τον Louis Althusser. Αυτοί ανταποκρίνονται περισσότερο σε αυτό που ονομάζεται στην ψυχιατρική παράνοια ή μανιακο-καταθλιπτική ψύχωση.

Σε αυτή τη διαμόρφωση, η σύγκρουση μεταξύ των δύο τομέων (πρωτογενής και δευτερογενής) είναι ακόμη πιο έντονη απ΄ότι στην πρώτη διαμόρφωση και γι΄αυτό το λόγο καταλήγει γενικότερα σε πραγματικές καταστροφές, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής και σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Τέτοιες που μας κάνουν να σκεφθούμε τον Χίτλερ και τον Τσαουσέσκου.

Στην πρώτη διαμόρφωση που μόλις εξέτασα (Renée, Madeleine, Schreber), η παιγνιώδης-ηδονική τάση είναι νοητικής τάξης, στον τομέα των ιδεών και των εννοιών. Οδηγεί στο να διαμορφώνονται οράματα του φυσικού κόσμου κυρίως. Δεν αφορούν άμεσα το κοινωνικό. Βέβαια αυτό ενυπάρχει έμμεσα, γιατί οι αναπαραστάσεις που συνδέονται με το φόβο του άλλου υπεισέρχονται στις νοητικές αυτές παραγωγές. Ομως οι αναπαραστάσεις αυτές δεν ανταγωνίζονται και δεν συνηχούν με άλλα συστήματα σχέσεων, αντίθετα και ξένα μεταξύ τους.

Στο παρανοϊκό σχήμα αντίθετα, τα οράματα αναφέρονται στους άλλους, μ΄ένα αρνητικό τρόπο γενικά. Δεν έχουν τάση έξαρσης και εξύψωσης όσο στο πρώτο σχήμα. Παραμένουν πάντοτε στα όρια του δυνατού και προβλέπουν λύσεις που μπορούν να εμφανισθούν λογικές.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι όψεις που παρουσιάζουν οι ασθενείς είναι διαφορετικές από αυτές της πρώτης διαμόρφωσης. Όπως το σημείωνε ο Gaupp, ο γιατρός του Wagner, μπορούμε να παραμείνουμε για πάρα πολύ μπροστά σ΄ένα υποκείμενο που παρουσιάζει αυτές τις διαταραχές και να μην αντιληφθούμε με κανένα τρόπο την ύπαρξή τους. Αυτό οφείλεται στο ότι το υποκείμενο εγκατέστησε στη ζωή του τέτοιες συμπεριφορές ως προς τους άλλους ή μάλλον προς ορισμένους, όχι μόνο φυσιολογικές αλλά και εξαιρετικές, μερικές φορές μάλιστα λεπτές και ιδιαίτερα λαμπρές. Δεν πρόκειται για εξαπάτηση ή καμουφλάρισμα αλλά για την ίδια την έκφραση της διαταραχής, που συνίσταται στην σύμπτωση των δύο αντίθετων επιπέδων. Με τον ίδιο τρόπο, το υποκείμενο δεν βρίσκεται μόνιμα μέσα στην παθολογία. Δεν υπάρχουν μόνο υπαναχωρήσεις αλλά κυρίως και εναλλαγές. Η εμφάνισή τους είναι «κυκλική».

Μια άλλη επίπτωση, ακόμη πιο σημαντική, είναι ότι η δημιουργικότητα του υποκειμένου δεν έχει θιγεί ή διαστραφεί από τη συνάντησή της με τις βασικές αγωνίες που τον κυριεύουν. Τα έργα που παράγει σίγουρα τον δυσκολεύουν (γιατί τον υποχρεώνουν να έρθρει σε επαφή με άλλους ανθρώπους) αλλά τα ίδια δεν παραμορφώνονται . Δεν υπάρχει παράφρον όραμα του κόσμου, όπως στο πρώτο σχήμα, για παράδειγμα στον Schreber. Ο καλλιτέχνης, ο διανοητής, ο ζωγράφος, ο μουσικός, παραμένουν ιδιοφυίες και ταλαντούχοι, ανεξαρτήτως του αν κατά τα άλλα είναι τρελοί ή όχι. Το έργο του Schumann, του Van Gogh, τoυ Gérard de Nerval, του Maupassant, τoυ Nietzsche, του Antonin Artaud, δεν επηρεάζεται από τις ψυχικές τους διαταραχές. Πολύ συχνά μάλιστα τα έργα τους ούτε αντανακλούν ούτε εκφράζουν τις ψυχολογικές τους δυσκολίες, στο βαθμό ακριβώς που πηγαίνουν προς μιαν άλλη κατεύθυνση, αντίθετη των δυσκολιών τους, πράγμα που συγκεκριμένα τους δημιουργεί πρόβλημα (γιατί ακριβώς θεωρούν ότι τους κυνηγούν εξαιτίας του έργου τους, ή δεν το αναγνωρίζουν, κλπ.). Θα το δούμε αυτό στις περιπτώσεις του Wagner, της M. Anzieu και του Althusser.

Ας σημειώσουμε ότι θέτουμε σε διαφορετικές κατηγορίες από τη μια τους Wagner και M. Anzieu και, από την άλλη, τον Althusser. Οι δύο πρώτοι υλοποιούν ένα σχήμα στο οποίο οι σχέσεις τους δημιουργούν συγκρούσεις με το περιβάλλον, με την ευρεία έννοια, με μια ολόκληρη κατηγορία προσώπων ή και με ολόκληρο τον πληθυσμό. Στην περίπτωση του Αlthusser αντίθετα, η σύγκρουση υλοποιείται με ένα οικείο πρόσωπο και ερωτικό σύντροφο και καταλήγει σε συνεχή ενόχληση και διαμάχη παρά σε βίαιο σφαγιασμό (όπως στην περίπτωση του Wagner). Από την άλλη πλευρά αυτό το πρόσωπο εμπλέκεται σε μια οδό κοινωνικής προσφοράς και ανανέωσης που αποκρύπτει τις απορρίψεις και τα μίση του, που είναι όμως τεράστια.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η σωματο-σεξουαλική διαταραχή μεταφράζεται σε ανάγκη «περάσματος στην πράξη». Αυτό εκδηλώνει την ώθηση να βιώσει, στο επίπεδο της πραγματικότητας συγκεκριμένα, την εχθρότητα και τη μνησικακία που αισθάνεται και που θα μπορούσαν κάλλιστα να παραμείνουν καλυμμένες μέσα του. Γι΄αυτό το λόγο και στις τρείς περιπτώσεις καταλήγουμε στο έγκλημα, που δεν είναι παρά εκδήλωση της κακής διάθεσης στο πρωτογενές επίπεδο.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ERNST WAGNER

H περίπτωση του Wagner ήταν πολύ γνωστή στους Γερμανούς ψυχιάτρους των αρχών του 20ου αιώνα. Ο καθηγητής μάλιστα του Τubingen, o Robert Gaupp, τον είχε κάνει μια από τις σπεσιαλιτέ του και είχε γράψει γι΄αυτόν. Αντίθετα στη Γαλλία η περίπτωσή του θα ήταν άγνωστη δίχως τη δουλειά της Α.Μ. Vindras, η οποία σε δύο βιβλία δημοσιευμένα το 1993 και το 1996 μας τον παρουσιάζει και μας δίνει τις μεταφράσεις ενός από τα θεατρικά του έργα και πολλών κειμένων του Robert Gaupp.

Αυτή η περίπτωση, όπως και αυτή του Schreber, είναι υποδειγματική. Από τη μια τα γεγονότα που τραβούν την προσοχή μας είναι τρομακτικά: μια πραγματική σφαγή, 14 άτομα σκοτωμένα, μεταξύ των οποίων η γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του, ένα χωριό πυρπολημένο και ένα σχέδιο αυτοκτονίας στον φλεγόμενο βασιλικό πύργο. Από την άλλη τα συστατικά που εξηγούν αυτές τις ενέργειες απαντούν με ακρίβεια στις εξηγήσεις που δίνω στη μελέτη αυτή. Σε ένα εξαιρετικά ισχυρό καταθλιπτικό υπόβαθρο εγκαθίσταται ένα δημιουργικό και ένα σχεσιακό εγχείρημα, όχι λιγότερο ισχυρό, γιατί ο Wagner αρχίζει να γράφει, σε ηλικία 28 ετών, θεατρικά έργα αναμφισβήτητης αξίας ως προς το λογοτεχνικό τους επίπεδο και μια τρίτομη αυτοβιογραφία. Μετά τη σύλληψή του μπαίνει σε ψυχιατρικό νοσοκομείο όπου συνεχίζει να γράφει και όπου διατηρεί μια φιλική σχέση με τον ψυχίατρό του Robert Gaupp. Για να γίνει κατανοητή η περίπτωσή του πρέπει να μελετηθούν χωριστά οι δύο πλευρές που έχω διακρίνει, δηλαδή η καταθλιπτική εξέλιξη από τη μια και το δημιουργικό και σχεσιακό εγχείρημα από την άλλη. Αυτό θα κάνω τώρα.

Το χαρακτηριστικό της έντονης κατάθλιψης εξηγείται από την προϊστορία αυτού του ανθρώπου. Προέρχεται από ένα χωριό της Σουαβίας, μιας από τι πιο φτωχές περιοχές της Γερμανίας, όπου η θρησκευτικότητα διατηρήθηκε στο περιβάλλον των καθολικών περιοχών και όπου η ηθική και κοινωνική πλαισίωση ήταν πολύ στενή. Η μητέρα, της οποίας ήταν το ένατο παιδί, ήταν η ίδια βαθειά δυστυχισμένη και μελαγχολική, αλλά και συγχρόνως ηθών αρκετά ελεύθερων. Ο συνδυασμός των δύο αυτών χαρακτηριστικών εξηγεί το ότι ο γιός, συνθλιμμένος τόσο από τη ζωή όσο και από τη μητέρα του, υπόκειται σε πολυάριθμα ερεθίσματα που επανενεργοποιούν τις αγωνίες του.

Ο πίνακας που κάνει για τους γονείς τους δεν γίνεται να γίνει πιο μαύρος. «Θα μπορούσα, λέει, να τιμώ τη μνήμη της μητέρας μου και να λυπάμαι που της προκάλεσα περισσότερο προβλήματα παρά χαρά, όμως επιτρέψτε μου να τονίσω ότι είναι η μεγάλη υπεύθυνη του ότι το πνεύμα μου σκοτείνιασε. Αυτή η ίδια τα έβλεπε όλα μαύρα: στο γάμο της δεν ήταν τυχερή (……). Ηταν μια κλειστή γυναίκα, η οποία δίχως πραγματικό λόγο, διακήρυττε παντού ότι την κακομεταχειρίζονταν». Δηλώνει στον Gaupp ότι η μητέρα του είχε μια θλιβερή και απαισιόδοξη εικόνα του κόσμου, ότι έτρεφε καχυποψία και θυμό προς τα δικαστήρια και τις αρχές και παραπονιόταν συχνά ότι στην οικογένειά της «όλα πηγαίνουν στραβά».

Υπάρχουν πολλά παιδιά που υπόκεινται σε παρόμοιες επιρροές από τη γέννησή τους, αλλά είναι πολλοί λίγα αυτά που παρίστανται από πολύ μικρά σε τόσο δυσάρεστα γεγονότα. Ο πατέρας του πεθαίνει όταν είναι 10 μηνών και η μητέρα του ξαναπαντρεύεται όταν είναι τεσσάρων ετών, ενώ είναι ήδη έγκυος αλλά όχι από τον μέλλοντα σύζυγό της. Μια αδερφή γεννιέται την ίδια χρονιά αλλά πεθαίνει σε 15 μέρες. Είναι 6 ετών όταν χωρίζει η μητέρα του, διωγμένη από το σύζυγό της λόγω απιστίας. Εγκαταλείπει έτσι την αγροτική δουλειά και ανοίγει ένα εμπορικό κατάστημα. Στα δεκαπέντε του παίρνει κρατική υποτροφία και πηγαίνει σε διδασκαλείο, πράγμα που θα του επιτρέψει να γίνει δάσκαλος.

Οσο μπορούμε να μπούμε στην ψυχολογία του, όταν ήταν παιδί και έφηβος, δεν συναντούμε παρά την πιο βαθειά δυστυχία. Σύμφωνα με ένα πολύ γνωστό σχήμα σήμερα, αισθάνεται το κέντρο του σύμπαντος και θεωρεί ότι δεν υπάρχει άνθρωπος τόσο σημαντικός και τόσο δυστυχισμένος όσο αυτός. Περιγράφει τον εαυτό του ως ναυάγιο και ως έκφυλο. Αργότερα θα δηλώσει ότι ακόμη και όσα υπέφερε ο Χριστός δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τα δικά του. Σκέφτεται βέβαια την αυτοκτονία, έστω και αν δεν κάνει πραγματικές απόπειρες πριν να γίνει 20 ετών. Το να πεθάνει είναι ότι καλύτερο μπορεί να του συμβεί, αυτό που πάνω απ΄όλα προσμένει. Ο θάνατος ο δικός του και των άλλων δεν τον φοβίζει.

Το χειρότερο συμβαίνει με την άφιξη της εφηβείας. Αυνανίζεται, όπως πολλοί νέοι, αλλά το βιώνει ως την κορύφωση της κατάπτωσης, σε συμφωνία με τις ιδέες της εποχής του. «Αυτό που έδωσε σ΄ολόκληρη τη ζωή μου, λέει, τον προσανατολισμό της βαθειάς δυστυχίας, πράγμα που με έκανε να χάσω τα νιάτα μου και που τελικά με βύθισε σ΄ένα ακόμη πιο βαθύ βόθρο, είναι ο αυνανισμός. Ημουν ακριβώς 18 ετών, έμπαινα σε ηλικία γάμου». Τη στιγμή των εγκλημάτων του έστειλε στις εφημερίδες ένα αριθμό διακηρύξεων όπου δήλωνε ότι ολόκληρος ο κόσμος έχει βυθισθεί στον αυνανισμό, άρα στον εξευτελισμό και την ντροπή και γι΄αυτό του αξίζει να εξαφανισθεί.

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ ΣΤΟΝ WAGNER

Aυτό που εκπλήσσει είναι το πώς μπόρεσε να ανθίσει ένα τέτοιο λογοτεχνικό ταλέντο σ΄ένα τέτοιο υπόβαθρο. Αλλά αυτή η οπτική δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Ο ίδιος το βλέπει ως το αποτέλεσμα επαναξιολόγησης. Μιλώντας για το έργο Αβεσαλώμ λέει: «Θέλησα να διαπλάσσω ανθρώπους και τη μοίρα τους, μεγάλους ανθρώπους και τη μεγάλη μοίρα τους». Ενας συγγραφέας έχει σχέση όχι μόνο με το κοινό του αλλά και με τους ήρωές του που αντιπροσωπεύουν πραγματικά πρόσωπα που αγαπά.

Δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε αυτό παρά μελετώντας το κοινωνιολογικά και ιστορικά. Ο τόπος της γέννησης του Wagner είναι βέβαια ένα χωριό της Σουαβίας εξαιρετικά φτωχό, που όμως είναι κοντά στη Στουτγάρδη, ενταγμένο σε μια ευρύτερη πολεοδομική και βιομηχανική ζώνη, που αργότερα θα γίνει μια από τις σημαντικότερες της Γερμανίας. Από την άλλη, η προτεσταντική παράδοση, που διατηρείται εκεί πολύ ζωντανή, είναι επίσης και παράδοση πολιτιστική. Διαβάζουν τη Βίβλο και αυτό παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του Wagner. Τέλος, από την εποχή του Διαφωτισμού στη Γερμανία εγκαταστάθηκαν προοδευτικοί θεσμοί όπως το σύστημα των υποτροφιών, από το οποίο ωφελήθηκε ο Σίλλερ στην ίδια περιοχή ένα αιώνα πρωτύτερα.

Ο νέος Wagner ωφελείται από όλες αυτές τις συνθήκες. Πηγαίνει στις ταβέρνες με τους συμμαθητές του και κυρίως διαβάζει. Οι δυνατότητες διαβάσματος είναι τεράστιες. Όταν γίνεται δάσκαλος οφείλει να διδάξει και έτσι να εμβαθύνει αυτά που διδάσκει. Λέγεται ότι ήταν καλός δάσκαλος που ενδιαφέρονταν για τα παιδιά και ότι έπαιρνε ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες. Οι συνάδελφοί του τον εκτιμούσαν και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με ορισμένους.

Το δράμα αρχίζει όταν θα θελήσει να μπει μέσα στις προσωπικότητες των ηρώων του, όπως του Aβεσαλώμ, του Σαούλ, του Δαϋίδ, να εμπνευσθεί από αυτούς, δίχως όμως να ταυτισθεί μαζί τους.

Στο χωριό όπου για πρώτη φορά έχει μόνιμη θέση, στα 1901, στο Mülhausen, έγιναν γεγονότα που θα σφραγίσουν ανεξίτηλα την υπόλοιπη ζωή του. Βλέπει συχνά την κοπέλα μιας φάρμας που άρμεγε τις αγελάδες. Εκεί έχει σεξουαλικές σχέσεις με τα ζώα. Στη συνέχεια θα κάνει ένα παιδί στην κοπέλα και έτσι υποχρεώνεται να την παντρευτεί.

Όλα συμβαίνουν σαν να άγγιξε το βυθό της αβύσσου. Η ενοχή και η ντροπή για τη ζωοφιλία είναι τόση που για τις δεκαετίες που τον χωρίζουν από την εγκληματική του πράξη φαντάζεται, σκέφτεται, πιστεύει - ενώ δεν συνέβαινε – ότι όλοι το ξέρουν, γνωρίζουν το λάθος του, τον κυλούν στη λάσπη. Δεν σταματά να ψάχνει τρόπους για να τους εκδικηθεί και έτσι θα φτάσει να θέλει να τους σκοτώσει όλους, να κάψει το χωριό, να χαθεί και αυτός με τον τελικό θεαματικό αυτοπυρπολισμό. Τη στιγμή μάλιστα που γράφει τα κυριότερα έργα και την αυτοβιογραφία του, μεταξύ του 1901 και 1913, προετοιμάζει αυτή την αποτρόπαια εκδίκηση, δεν σταματάει να τη σκέφτεται, ενώ παράλληλα υποφέρει αφάνταστα.

Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το νόημα μιας τέτοιας ενέργειας εάν δεν αναφερθούμε στις φαντασιώσεις που έχει τότε και αργότερα, αυτές που ανεβάζει στη σκηνή με τα έργα του. Οι ήρωες που επινοεί δεν είναι οι σωσίες του, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται, αλλά το αντίθετό του, έστω και αν θα ήθελε να τους μοιάζει. Είναι πρόσωπα ελεύθερα, ανεξάρτητα, ανυπότακτα, πρωτότυπα, ιδιόρρυθμα, που δεν υπακούουν παρά στον εαυτό τους, όπως ο Νέρων, ο Σαούλ, ο Αβεσαλώμ, ο Χριστός, ο Λουδοβίκος ο Β΄της Βαυαρίας, κ.ά. Είναι ο ίδιος δεμένος με μια κοινωνική ομάδα που τον καταπιέζει και τον καθορίζει ολοκληρωτικά, που του υπαγορεύει οποιαδήποτε κίνηση, που τον επιτηρεί και τον ελέγχει συνεχώς, που τον ενοχοποιεί και τον τιμωρεί. Αυτό θα τον οδηγήσει να σκοτώσει και να κατακρεουργήσει όταν θελήσει να χαλαρώσει αυτό το σφίξιμο και να αναπνεύσει. Οι ήρωές του είναι το αντίθετο. Δυστυχώς δεν μπορεί να τους φτάσει και οι ενέργειες που κάνει για να τους μοιάσει του δημιουργούν τέτοιο πανικό, τον κάνουν να αισθανθεί τόσο μειονεκτικά που χάνει τα λογικά του.

Η σεξουαλική επαφή με ζώα είναι κατανοητή σε ένα αγροτικό περιβάλλον που μπορεί ακόμη να έχει και ειδυλλιακό χαρακτήρα. Ενας από τους ήρωες του έργου του, ο Λουδοβίκος ο Β΄ της Βαυαρίας, που το έγραψε μετά τον εγκλεισμό του, ονομάζεται Βαρώνος Coraux. Είναι ένα εκκεντρικό πρόσωπο, με φαντασία αποχαλινωμένη, γεμάτο τρέλα και ποίηση, που δεν του λείπει και η αθωότητα. Οπως ο Δον Κιχώτης, έχει τη Δουλτσινέα του. Ο υπουργός των εσωτερικών κάνει, στη σκηνή ΙΙ, πράξη ΙΙΙ, την παρακάτω περιγραφή: «Είναι αλήθεια ότι όταν δεν έβρισκε στη διάρκεια των περιπάτων στα λιβάδια και στους γκρεμούς το λουλούδι των ονείρων του, πήγαινε να το βρει στις καλύβες με τις αγελάδες». Ο Wagner είχε την ίδια ιδέα με τον ήρωά του.

Αυτό που χαρακτηρίζει τον Wagner, σε αντίθεση με τη Marguerite Anzieu, ο φόβος που του προκαλεί το πλήθος, το ότι τους φαντάζεται να συνωμοτούν εναντίον του, δεν οφείλεται στο ότι του προσάπτουν πράξεις που δεν έκανε αλλά οφείλεται αντίθετα στα λάθη που έκανε, για τα οποία αυτοκατηγορείται ο ίδιος και τα οποία τον κάνουν να αισθάνεται κατώτερος. Είναι πρώτα απ΄όλα εχθρός του ίδιου του εαυτού του, πριν οι άλλοι να γίνουν εχθροί του. Ετσι του γίνεται ακόμη πιο δύσκολο να το αντέξει.

Η ανάλυση αυτή της περίπτωσης μας δείχνει ότι δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε δίχως να αναφερθούμε στο έργο του. Είναι αυτό το έργο του που τον φέρνει σε δυσκολία, που τον οδηγεί στην αντίθεση με την κοινωνική του ομάδα, που τον αναγκάζει να κάνει ακραίες ενέργειες. Δυστυχώς είναι αυτό επίσης που δεν μπορεί να καταλάβει ο ψυχίατρός του Gaupp, ο οποίος κλεισμένος στα στερεότυπα της κλασσικής ψυχιατρικής δεν μπορεί να δει σε ένα τρελό τίποτε άλλο από ένα τρελό. Ο Wagner του το καταλογίζει, δεν αισθάνεται να γίνεται κατανοητός. Ακόμη και η A.M.Vindras, παρόλο το πάθος της για το περιστατικό αυτό, δεν έχει διαφορετική στάση, όταν δηλώνει: « Μας φάνηκε αδύνατο να διακρίνουμε κάποια λογοτεχνική αξία στα έργα που φέρουν τη σφραγίδα του ψυχιατρείου (…), δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε το στυλ του Wagner» (conclusion, p. 105). Δικαιολογεί την οπτική της λέγοντας ότι ο Wagner θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντικό το έργο του λόγω της εμπλοκής του στα γεγονότα, ξεχνώντας ότι η αξία ενός έργου βρίσκεται κυρίως στην επεξεργασία που απαιτεί. Πιθανόν ο Wagner να πλανάται στην προσπάθειά του να εξηγήσει τον εαυτό του, αυτό μπορεί να ισχύει, όμως αυτό διαγράφει την αξία του έργου του; Η ζωγραφική του Βαν Γκόγκ χάνει κάθε αξία επειδή έγραφε στον αδερφό του: «Στη ζωγραφική δεν ψάχνω παρά το μέσο για να τα βγάλω πέρα στη ζωή» (Lettres à Theo, 529, F); Οι καλλιτέχνες μπορεί να είναι τυφλοί για την ίδια τους την περίπτωση.

H MARGUERITE ANZIEU

Marguerite Anzieu είναι το όνομα αυτής που θα μελετήσω τώρα, αλλά που ήταν γνωστή παλαιότερα με το όνομα «Αimée». Ετσι την ονομάζει ο Lacan όταν τη μελετά στη διδακτορική του διατριβή, που δημοσιεύθηκε το 1932, με τίτλο De la psychose paranoïaque dans ses rapports avec la personnalité. Eκείνη την εποχή δεν γνώριζε ότι ήταν η μητέρα του ψυχαναλυτή Didier Anzieu. Αυτός ο ίδιος μιλά πολύ για τη μητέρα του σε μια συνέντευξη του Gilbert Tarrab που δημοσιεύθηκε με τίτλο Une peau pour les pensées (1991). Επίσης, ο ψυχαναλυτής Μ.Μ.Lessana, χρησιμοποίησε την περίπτωσή της για να υποστηρίξει διατριβή με θέμα τη σχέση μητέρας-κόρης (Entre mère et fille: un ravage, 2000), έργο όχι δίχως ενδιαφέρον, έστω και αν είναι γεμάτο φροϋδικές προαποδοχές (a priori).

Η Μarguerite Anzieu παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με τον Wagner σε ότι αφορά την καταγωγή. Προέρχεται από μια πολυάριθμη οικογένεια χωρικών του Cantal, περιοχή ορεινή εξαιρετικά φτωχή, και εισέρχεται πολύ νέα στη διοίκηση των ταχυδρομείων. Επιτυγχάνει στις σπουδές της και βρίσκεται μεταξύ των πρώτων στον διαγωνισμό για τη μονιμοποίησή της. Ανεβαίνει στο Παρίσι όταν είναι 21 ετών, το 1913, για να συναντήσει την παντρεμένη μεγαλύτερή της αδερφή, που την έχει σαν μητέρα.

Η βιολογική μητέρα της Marguerite έχει επίσης ομοιότητες με τη μητέρα του Wagner. «Η μητέρα, λέει ο Lacan, είναι γνωστή στην οικογένεια ως πάσχουσα από τρέλα καταδίωξης (folie de persécution)». Η κόρη μοιάζει τη μητέρα. Ο Didier Anzieu μιλάει για «την ανικανότητά της να δειχθεί συναισθηματική, να δείξει τρυφερότητα».

Ολα καθορίζονται σε αυτήν από το ενδιαφέρον που δείχνει για τα πνευματικά θέματα, πράγμα στο οποίο επιμένει πολύ ο Didier Anzieu. Συχνάζει στις βιβλιοθήκες, διαβάζει πολύ, μελετά ξένες γλώσσες. Μετά το γάμο της και έχοντας ήδη παιδί, ανακαλύπτει μια κλίση για τη μυθιστοριογραφία. Θα γράψει δύο μυθιστορήματα στα οποία όλοι τους αναγνωρίζουν μια αδιαμφισβήτητη αξία.

Οι αρχές της παράνοιάς της βρίσκεται στην ανακάλυψη, από αυτή τη γυναίκα, της ασυμβατότητας μεταξύ της κλίσης της για το γράψιμο και τη μητρότητα. Αυτή η ασυμβατότητα της αποκαλύπτεται από την δυσκολία να συνδυάσει αυτά τα δύο και κυρίως από τις δυσκολίες που της δημιουργεί η οικογένειά της, ο σύζυγός της και τέλος η αδερφή της, που εγκαθίσταται στο σπίτι της μετά το θάνατο του συζύγου της στον πόλεμο, που φτιάχνει σχέση με τον άντρα της και καταλήγει να μεγαλώνει το παιδί της στη θέση της. Η Marguerite ζητάει διαζύγιο, θέλει να φύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες να ζήσει τη ζωή της μυθιστοριογράφου και βυθίζεται στην τρέλα.

Αυτό δεν εξηγείται μόνο από τη διαπίστωση, που κάνει ο πατέρας της, ότι δεν κάνει για γάμο, λόγω της αδεξιότητάς της με το παιδί, λόγω της ανικανότητάς της να είναι μια κανονική μητέρα, αλλά αντίθετα λόγω του ότι θέλει να είναι μια πραγματική μητέρα, που αγαπάει το παιδί της, που το φροντίζει, το λατρεύει. Ολη της η παιδεία κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Το διανοητικό και λογοτεχνικό ξύπνημα έρχεται να διαταράξει μια πολύ παλιά και πολύ βαθειά επιρροή, που όμως δεν καταφέρνει να εξουδετερώσει. Βρίσκεται αντιμέτωπη με το χειρότερο γι΄αυτήν, δηλαδή τον πειρασμό να είναι μια «επιπόλαιη μητέρα», μια κακή μητέρα.

Το παραλήρημα προέρχεται από εκεί. Δεν υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ του φόβου να μην είναι στο ύψος των υποχρεώσεων της απέναντι στο παιδί και του φόβου να της το πάρουν, όπως και της ιδέας ότι ορισμένοι συνωμοτούν για να το καταφέρουν. Αρκεί το υποκείμενο να υποπτεύεται όλους και κυρίως τους δικούς του ώστε να προκληθεί η παρέκκλιση. Το πρώτο επεισόδιο παραληρήματος προκαλείται τη στιγμή που ακριβώς έχει χάσει το πρώτο της παιδί, που πεθαίνει στη γέννα και περιμένει το δεύτερο που γεννιέται το 1923. «Ολοι απειλούν το παιδί της» λέει ο Didier Anzieu στον Gilbert Tarrab, προσθέτοντας ότι τον φροντίζει υπερβολικά, απ΄ότι θυμάται, πράγμα που τον πνίγει και τον κουράζει.

Τα πράγματα περιπλέκονται όταν θέλει να ζήσει τη ζωή συγγραφέως και βρίσκεται αντιμέτωπη των λογοτεχνικών κύκλων, ανθρώπων του θεάτρου και δημοσιογράφων. Βέβαια, όπως το γράφει ο M.M.Lessana, «Το ιδεώδες της είναι να γίνει λογοτέχνης, να ζήσει τη μεγάλη ζωή, να έχει πολιτική επιρροή».

Καταφέρνει να εισχωρήσει σε αυτούς τους κύκλους αλλά δημιουργείται και εδώ το ίδιο όπως και με το παιδί της, δηλαδή δεν μπορεί να αντέξει την ιδέα να ανήκει σε ένα ανήθικο περιβάλλον, επιπόλαιο, έκφυλο. Σκέφτεται ότι έχει μια αποστολή, που συνίσταται στο να διασκορπίσει την αγάπη και την ομόνοια στην ανθρωπότητα και ότι οι λογοτεχνικοί κύκλοι είναι, κατά τη γνώμη της, το αντίθετο από αυτό. Δεν εκπλήσσει λοιπόν το ότι το δεύτερό της μυθιστόρημα αφιερώνεται στο να αντιπαραθέτει τους πολιτικούς κύκλους, που είναι γενναιόδωροι και επιδιώκουν το καλό της ανθρωπότητας, με τους διεστραμμένους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς κύκλους.

Σε όλα αυτά ανακατεύονται και οι ερωτικές της φιλοδοξίες. Στους λογοτεχνικούς κύκλους επίσης υπάρχουν πολλοί που την ανταγωνίζονται και της στερούν τις ευκαιρίες της. Τους απεχθάνεται επίσης λόγω αυτού. Φτάνει μέχρι να νομίζει ότι γνωρίζουν την προσωπική της ζωή και τη χρησιμοποιούν στα μυθιστορήματά τους. Υποπτεύεται τον μυθιστοριογράφο Pierre Benoit ότι ασχολείται με αυτή τη διακίνηση.

Βρίσκεται αντιμέτωπη με τους λογοτεχνικούς κύκλους όπως και με τη δυσκολία της να είναι μια αληθινή μητέρα, με ακραίες ενοχές. Επειδή κατηγορεί τους καλλιτέχνες και νομίζει ότι το γνωρίζουν, πιστεύει ότι θα προσπαθήσουν να εκδικηθούν. Ότι θα την εκδικηθούν στο γιό της. Ότι θα επιχειρήσουν να τον απαγάγουν. Εχει τη φοβία της απαγωγής που θα την οδηγήσει να είναι μια «εγκληματική μητέρα». Οι υποψίες της επικεντρώνονται σε μια ηθοποιό, την Huguett ex-Duflos, την οποία περιμένει ένα βράδυ στην έξοδο του θεάτρου για να τη μαχαιρώσει. Η ηθοποιός αμύνεται και της κόβεται ο τένοντας του χεριού. Η αστυνομία συλλαμβάνει την Marguerite και έτσι βρίσκεται στο ψυχιατρικό νοσοκομείο της Sainte-Anne όπου θα παραμείνει δώδεκα χρόνια. Εκεί θα τη βρει ο Lacan, θα ενδιαφερθεί για την περίπτωσή της και θα τη μελετήσει για τη διδακτορική του διατριβή.

Αυτή η περίπτωση, δείχνει επίσης όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται τη θέση που υποστηρίζω: η τρέλα προκύπτει από τη συνάντηση μεταξύ παιδικών φαντασιώσεων, γεμάτων με ενοχές και ψευδαισθήσεις, πολύ αυστηρές και επιθετικές ηθικές αρχές, ιδέες καταδίωξης και φόβου του άλλου και μια παρορμητική ανάγκη μετάφρασης στην πράξη αυτών των φόβων και του μίσους που βιώνεται, σε σημείο τέτοιο που να οδηγεί στο φόνο.

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ LACAN ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ AIMÉE

Δεν μπορώ, μιλώντας για το βιβλίο του Lacan που έγραψε για τη Marguerite, να αφήσω την ευκαιρία να μιλήσω για την κύρια θέση αυτού του βιβλίου, που έχει κάποια σχέση με αυτήν που υποστηρίζω εδώ.

Ο Lacan, στην πραγματικότητα, δεν ενδιαφέρεται για την Marguerite παρά στο μέτρο που του επιτρέπει να δείξει τη θέση που του είναι αγαπητή. Αυτή η θέση, που είναι επίσης και δική μου, είναι ότι η παρανοϊκή ψύχωση σχετίζεται με την προσωπικότητα ή ακόμη ότι είναι «ψυχογενούς» φύσης. Αυτό δεν θέλει να πει ότι είναι «εγγενής» ή «γενετική» αλλά ότι είναι συνδεδεμένη με την βασική προσωπικότητα του υποκειμένου που αποκτήθηκε στην πρώτη παιδική ηλικία, ότι είναι συνδεδεμένη με τις δυνάμεις που την καθορίζουν.

Αυτό αντιτίθεται στη λεγόμενη θέση της «διεργασίας» (processus), σύμφωνα με την οποία η παρανοϊκή ψύχωση προέρχεται από την παρείσφρηση στον ψυχισμό μιας διαταραχής που οφείλεται σε ένα ιδιαίτερο και απρόβλεπτο γεγονός, πιθανόν ενισχυόμενο από τα εγγενή δεδομένα. Αυτή η θέση υποστηρίχθηκε κυρίως από τη Γαλλική ψυχιατρική σχολή, στη συνέχεια του Janet, ενώ οι Γερμανοί, με τους Kraepelin, Krestchmer, Krafft-Ebing, συντάσσονταν περισσότερο με την άλλη θέση.

Ο Lacan πηγαίνει αρκετά μακριά στην υπεράσπιση της θέσης του. Δεν σκέφτεται μόνο ότι η παρανοϊκή ψύχωση χρησιμοποιεί τα βασικά στοιχεία της προσωπικότητας αλλά και ότι ολοκληρώνει, συμπληρώνει, τελειώνει την ανάπτυξή της. Επικαιροποιεί αυτό που το υποκείμενο άρχισε να ζει από τις αρχές της ζωής του. Η ψύχωση, σύμφωνα με το Lacan εξαρτάται ολοκληρωτικά από αυτό.

Aυτό τον οδηγεί να θέσει το περίφημο πρόβλημα του ρόλου των καταστάσεων στη γένεση της ψύχωσης. Είναι προφανές ότι οι καταστάσεις παρεμβαίνουν, ιδιαίτερα όταν είναι τραυματικές ή καινούριες, αλλά πώς παρεμβαίνουν; Είναι λάθος το να θελήσουμε να τους δώσουμε τον κύριο ρόλο και τελικά το μόνο.

Εάν πρόκειται για φαινόμενα που διαταράσσουν, είναι αλήθεια ότι παρουσιάζουν ομοιότητες με την ασθένεια, με την οποία έχουμε την τάση να τα συγχέουμε. Με αυτό τον τρόπο λοιπόν ακούμε συνεχώς σήμερα ότι τα παιδιά με διαταραχές συμπεριφοράς είναι παιδιά που «διαταράχθηκαν» από γεγονότα που έχουν σχέση με τους γονείς τους, π.χ. επειδή χώρισαν. Αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί από τα ευρήματα αλλά ποιός ενδιαφέρεται; Αυτό που ενδιαφέρει είναι η τυπική συνάφεια. Με τον ίδιο τρόπο κάτι καινούριο που αρχίζει, συσχετίζεται πολύ πιο εύκολα με το καινούριο της ίδιας της ασθένειας. Θα λέγαμε, για παράδειγμα, ότι η ασθένεια του Schreber εξηγείται από τη νέα του θέση στο δικαστικό σώμα, η οποία επέφερε μια μεγάλη εξάντληση για την οποία μιλάει ο ίδιος και επίσης από την είσοδό του στην πολιτική.

Στην ίδια γραμμή τίθενται και τα οργανικά φαινόμενα, που παίζουν ένα ρόλο, αλλά που κυρίως τα συναισθανόμαστε και έτσι υπεισέρχονται στους στόχους του υποκειμένου. Πρόκειται πάντοτε για βιωμένες καταστάσεις από το ίδιο το υποκείμενο μέσα στο πλαίσιό τους και σε σχέση μ΄αυτό, ακόμη και όταν πρόκειται για οργανικά και σωματικά φαινόμενα. Το υποκείμενο τα αισθάνεται, τα ζει, και αυτό είναι το ουσιαστικό. Εκτός και αν αποδεχθούμε την άμεση γενετική επιρροή, πράγμα που με βεβαιότητα θεωρώ ότι δεν μπορεί να συμβαίνει.

Oλες οι φιλόδοξες αντιλήψεις που συνδέονται με το σχήμα Ερέθισμα-Απάντηση των μπηχεβιοριστών, αφήνουν ανέγγιχτο το πρόβλημα του γιατί αποδίδεται αυτό το συγκεκριμένο νόημα και όχι άλλο, σ΄αυτό ή σ΄εκείνο το γεγονός. Δύο υποκείμενα ζουν το ίδιο ατύχημα. Το ένα αρχίζει ένα σοβαρό καταθλιπτικό επεισόδιο, ενώ το άλλο το ξεπερνά με κακές αναμνήσεις. Αυτό ισχύει για όλα, ακόμη και για τις δραματικές καταστάσεις, όπως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Εκτός αν παρεμβαίνει ένας άλλος παράγοντας, με κεντρική προέλευση, που έρχεται να «χαρακτηρίσει» το εν λόγω γεγονός. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε την επιρροή του ίδιου του υποκειμένου, τους καθορισμούς του, που δίχως αμφιβολία προέρχονται και αυτοί από κάποια γεγονότα, διαφορετικής όμως τάξης. Τα γεγονότα αυτά έχουν αξία εμπειρική, δεν βιώθηκαν αποκλειστικά συγκινησιακά αλλά και θεμελιακά, οδηγώντας στην ανακάλυψη αξιών που στη συνέχεια ενσωματώνονται στον ψυχισμό. Αυτό δείχνει ότι η παρούσα επιρροή του περιβάλλοντος δεν είναι απόλυτη αλλά πάντοτε περνά μέσα από τα εσωτερικά δεδομένα.

O Lacan δυστυχώς, δεν χειρίζεται καλά το περιστατικό της Marguerite. Παράγεται ένα είδος γλιστρήματος της σκέψης του, οφειλόμενο στη φροϋδική επιρροή. Δίχως αμφιβολία, για να προσδώσει στη ανάλυσή του ένα είδος αύρας που της έλειπε, φαντάζεται ότι η Marguerite γίνεται θύμα μιας διεργασίας αυτοτιμωρίας που αναφέρεται σε επιρροή του «υπερ-εγώ».

Για να το δείξει αυτό δίνει δύο αποδεικτικά στοιχεία (Ch. II,4). To πρώτο είναι ότι οι διώκτες «απειλούν το παιδί για να τιμωρήσουν τη μητέρα, η οποία δυσφημεί, δεν κάνει ό,τι οφείλει, κλπ.». Θέλουν να την «τιμωρήσουν» γιατί δεν εκπληρεί την αποστολή της. Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι οι διώκτες δεν είναι παρά εκπρόσωποι, «αντίγραφα» άλλων προσώπων και, ιδιαίτερα, της μεγαλύτερής της αδερφής, αλλά κυρίως όλων αυτών των γυναικών που η Aimée ονειρεύεται να ταυτισθεί. «Αντιπροωπεύουν, λέει o Lacan, την εικόνα που έχει η Aimée για την γυναίκα, που σε κάποιο βαθμό, απολαμβάνει την ελευθερία και τα κοινωνικά δικαιώματα». Λόγω του ότι οι διώκτες της δεν διαφέρουν από την ίδια και ταυτίζεται μαζί τους, τιμωρεί η ίδια τον εαυτό της. Είναι το υπερ-εγώ της που μιλά.

Βέβαια οι διώκτες της θέλουν να την τιμωρήσουν, τουλάχιστον αυτό πιστεύει και εκεί βρίσκεται η αρρώστια της. Αλλά ακριβώς αντιστέκεται σε αυτό με όλες της τις δυνάμεις, φτάνοντας στο σημείο να θέλει να σκοτώσει αυτήν που κινεί όλη αυτή την επιχείρηση. Δίδεται λοιπόν η απάντηση ότι αυτό είναι υποσυνείδητο. Ομως τί σημαίνει αυτό, εδώ και αλλού, αυτή η συνεχής επωδός, που επιτρέπει να λέγεται ότιδήποτε; Για να έχει επεξηγηματική αξία, θα έπρεπε αυτό που εκφράζει το υποσυνείδητο να προέρχεται από κάποια επεξεργασία που παράγεται κάπου. Αυτή η επεξεργασία προϋποθέτει αναπαραστάσεις που αφορούν το υποκείμενο, που είναι εξορισμού συνειδητές.

Η ιδέα ότι οι διώκτες θα μπορούσαν στην πραγματικότητα να αναγνωρισθούν και να γίνουν αποδεκτοί μυστικά από το υποκείμενο, που ήθελε να ταυτισθεί μαζί τους, αντιτίθεται όχι μόνο στο γεγονός ότι τους θεωρεί διώκτες της αλλά και στο ότι γράφει ένα ολόκληρο βιβλίο για να τους αντιπαρατεθεί, για να τους απορρίψει. Τί θα μας χρειαζόταν περισσότερο;

O Lacan δυστυχώς, όπως ο Gaupp με τον Wagner, δεν λαμβάνει αρκετά υπόψη τα γραπτά της Aimée, των οποίων όμως δημοσιεύει αποσπάσματα. Στο κεφάλαιο όπου αυτά παρουσιάζονται (ΙΙ, 1), αντί να κάνει την ανάλυση αυτών των κειμένων που εκπλήσσουν περνά απευθείας στην απαρίθμηση των νοσολογικών θέσεων που δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την ανάλυση αυτών των κειμένων. Προφανέστατα, γι΄αυτόν επίσης, μια τρελή είναι μια τρελή και τίποτε άλλο. Ο φροϋδισμός με τις προαποδοχές του (a-priori), δεν τον βοηθάει να κατανοήσει την περίπτωση της Aimée.

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ LOUIS ALTHUSSER

Όπως ο Ernst Wagner και η Marguerite Anzieu, o Louis Althusser έχασε την ισορροπία του μέσα από μια επιχείρηση δημιουργίας, ενθουσιώδους, παθιασμένης, μεγαλειώδους, που διακατείχε τη ζωή του. Οπως και οι προηγούμενοι το ζει αυτό ως ένα τρόπο να «διαμορφώσει μεγάλους ανθρώπους» και ως αποστολή, αλλά αυτό πάει πιο πέρα, σε αντίθεση με τους άλλους δύο. Δεσμεύεται διανοητικά με γυναίκες και άνδρες, σε ένα σύνολο σχέσεων και δράσεων όπου εκτίθεται. Αυτό υλοποιείται σε δύο τομείς, από την μια τον ερωτικό και από την άλλη τον πολιτικό. Στον πρώτο μας δίνει το θέαμα περιπετειών που τον κατατάσσουν στους πιο μεγάλους ερωτευμένους της ιστορίας και στον άλλο δημιουργεί ένα κίνημα που είχε ιστορικές επιπτώσεις, που δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο.

Δυστυχώς, αυτό το εντυπωσιακό οικοδόμημα, κατασκευάσθηκε, όπως και στους άλλους, πάνω σε βάση εύθραυστη , παλινδρομική, απέχθειας, που φτάνει στην πρώτη του παιδική ηλικία. Γεννήθηκε κοντά στο Αλγέρι το 1918 και ήρθε με τους γονείς του στη Γαλλία σε ηλικία 14 ετών. Εχει δύσκολη σχέση με τις γυναίκες, τις οποίες συναντά αργοπορημένα και μέσα στο φόβο. Αρχίζει μια καριέρα φιλοσόφου που διακόπτεται πολλές φορές από την παραμονή σε ψυχιατρικό νοσοκομείο και καταλήγει με το φόνο της γυναίκας του το 1980. Από εκεί και πέρα, μπαίνει σε κατάσταση παλινδρόμησης, στη διάρκεια της οποίας καταφέρνει να γράψει το τελευταίο του αυτοβιογραφικό βιβλίο, L`avenir dure longtemps (Το μέλλον διαρκεί πολύ).

Κατά μήκος αυτού του βιβλίου μπορούμε να διακρίνουμε τις δύο βασικές επιρροές που καθόρισαν την προσωπικότητά του, που αλληλεπικαλύφθηκαν, παρόλη την μεταξύ τους αντίφαση, δηλαδή από τη μια η γονεϊκή επιρροή προς την κατεύθυνση του κλεισίματος και από την άλλη οι εξωτερικές επιρροές προς την κατεύθυνση του ανοίγματος.

«Η μητέρα μου, λέει, δεν ήταν παρά ένα συνεχές παράπονο, για το οποίο υπέφερα τρομερά». Υπέφερε κυρίως από «αναρίθμητες μετακομίσεις», τις οποίες επέβαλε ο πατέρας λόγω των απαιτήσεων μιας καριέρας σε πλήρη κοινωνικό άνοδο. Είναι ένα χαρακτηριστικό που επίσης βρίσκουμε και στους άλλους: το πέρασμα από μια κοινωνική κατάσταση χαμηλότερη, πράγμα που εξηγεί την άκαμπτη διαπαιδαγώγηση, σε σφαίρες πιο ενθουσιαστικές. Η καταθλιπτικότητα της μητέρας είναι επίσης διαρκής, πράγμα που μας στέλνει στις σύγχρονες αμερικανικές έρευνες σχετικά με την επιρροή μιας καταθλιπτικής μητέρας στο παιδί. Όπως και η μητέρα του Wagner, δεν ήταν δίχως ερωτισμό. Είχε περιπέτειες, και ο γιός της μας μιλά πολλές φορές για «άσεμνες σκηνές» που δεν μπορούσε να υποφέρει.

Ο πατέρας, Αλσατικής καταγωγής, ήταν ένα ψηλός και ωραίος άνδρας, «πολύ έξυπνος», μας λέει ο γιός του. Δυστυχώς είναι πολύ «αυταρχικός». Βασανίζει «μια μάρτυρα» που είναι η γυναίκα του και ο γιός παίρνει το μέρος της. Υπάρχουν συνεχείς διαμάχες δίχως ποτέ αυτό να καταλήγει σε χωρισμό. Καταλήγει στο «με τρομοκρατούσε».Πρέπει να αισθανθούμε τη δύναμη μιας τέτοιας λέξης. «Ολες οι ικανότητές και η εξυπνάδα του, λέει, συνδυάζονταν με μια βαθειά ενόχληση να εκφρασθεί ξεκάθαρα μπροστά στους άλλους, μια επιφύλαξη, όχι τόσο αρχής όσο στην πράξη, που υπονοούσε μια διστακτικότητα ριζωμένη βαθειά μέσα στην ψυχή του». Στην εφηβεία, ο Louis έχει μια μέρα την παρόρμηση να σκοτωθεί με μια καραμπίνα που του πρόσφερε ο πατέρας του. Στη συνέχεια θα εμποδιστεί από τη μητέρα του να συνεχίσει μια ερωτική σχέση που είχε αρχίσει.

Τα στοιχεία ανοίγματος εμφανίζονται αρκετά νωρίς, στην προεφηβεία, και επεκτείνονται μέχρι την είσοδο στην ενήλικη ζωή. Είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Είναι τρία τον αριθμό.

Πρώτα απ΄όλα, ο Louis επισκέπτονταν την οικογένεια της μητέρας του, τους παππούδες του, που κατοικούσαν στο Morvan. Η πρώτη επίσκεψη έγινε όταν ήταν 11 ετών. Eίναι η ανακάλυψη της ζωής, της φύσης, της ελευθερίας, της περιπέτειας, που θα αφήσουν βαθειά ίχνη μέσα του, δια μέσου ενός παππού που ήταν πρώην δασοφύλακας, που τον μυεί στις δικές του ανακαλύψεις, του περιβάλλοντος, των ανθρώπων. Ολος ο λυρισμός, που θα βρούμε αργότερα στα γραπτά του Althusser, ξεκινάει από εκεί.

Στη συνέχεια υπάρχει η σχολική του διαδρομή, που είναι λαμπρή, σε ονομαστά λύκεια της επαρχίας και του Παρισιού, πράγμα που θα τον οδηγήσει να σπουδάσει στην Ecole Normale Supérieure (*) και στη συνέχεια να διδάξει εκεί. Πηγαίνει στο λύκειο της Μασσαλίας από το 1932, και στη συνέχεια της Λυόν από το 1936. Εκεί δέχεται την επιρροή τριών σημαντικών καθηγητών: του Jean Guitton, του Jean Lacroix και του Joseph Hours. Αυτό τον οδηγεί σε τοποθετήσεις που είναι αυτές των διανοουμένων της εποχής του: την Action Française (**), με απόχρωση καθολικισμού, προσχώρηση στο JEC (***), για να καταλήξει στο Κομμουνιστικό κόμμα.

Τέλος, έχει και την εμπειρία της αιχμαλωσίας, όπου σύρεται μετά την ήττα (είναι 22 ετών). Εμπειρία πολύ θετική γι΄αυτόν, στην οποία επανέρχεται συνεχώς. Θα μπορούσε να την

* Ονομαστή σχολή όπου σπούδασαν μεγάλοι γάλλοι διανοητές όπως ο J.P.Sartre, o Raymond Aron, κ.ά.

** Κίνημα της άκρας δεξιάς που ιδρύθηκε από τον Charles Maurras στις αρχές του 20ου αιώνα. Αντίθετα από το Λαϊκό Μέτωπο (Front Populaire) υποστήριξε σημαντικά το καθεστώς του Vichy, παρά τις αρκετά αντιγερμανικές του θέσεις.

*** Προπολεμική χριστιανική φοιτητική ένωση με κοινωνικά προωθημένες θέσεις. Επαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της νεολαίας με τά το 1950.

αποφύγει γιατί υπήρχε δυνατότητα απόδρασης, αλλά δεν το έκανε. Αισθάνονταν προστατευμένος σ΄αυτό τον εγκλεισμό, όπως και αργότερα στα ψυχιατρικά νοσοκομεία. Αυτό τον οδηγεί στο να σκεφθεί, να συγκεντρωθεί, να κάνει φιλίες. Γράφει ένα ημερολόγιο που αργότερα θα εκδοθεί.

ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑLTHUSSER

Aυτό που χαρακτηρίζει το έργο του Althusser, εντάσσοντας σε αυτό τις ερωτικές του περιπέτειες και την αγωνιστική του δράση, είναι η μεγαλειώδης και παθιασμένη του διάσταση. Μπορούμε να κάνουμε την υπόθεση ότι αυτή του η έξαρση, αυτός ο τρόπος να ανεβαίνει ψηλά, είναι επίσης μια στρατηγική για να ξεφεύγει από την άμεση και καθημερινή αντιμετώπιση καταστάσεων όπου οι ακοινώνητές του τάσεις αναδύονταν. Πετά ψηλά γιατί ξέρει ότι θα αντιδράσει απότομα και δίχως ανεκτικότητα κατά την επαφή με τους άλλους. Δεν λέει μια μέρα, αναφερόμενος στον Merleau-Ponty, σε μια συνέλευση όπου ήταν παρούσα η γυναίκα του, ότι αυτός ο άνδρας «είναι ήδη νεκρός όσο ζει»;

Η ερωτική του ζωή, που παραμένει πάντα δύσκολη και γεμάτη αγωνία, χαρακτηρίζεται εντούτοις από κάποια ελευθερία και μεγαλοψυχία.

Από τη μια, εμπλέκεται για πρώτη φορά το 1946, σε ηλικία 28 ετών, σε μια ερωτική σχέση με μια εξαιρετική γυναίκα, την Hélène Rytman, που πράγματι διώκεται από το κομμουνιστικό κόμμα, λόγω ενός παρελθόντος που εσφαλμένα της προσάπτουν. Παίρνει το μέρος της, την υπερασπίζεται και θα την υποστηρίζει πάντοτε, ακόμη και όταν θα κληθεί από το κόμμα να την εγκαταλείψει. Με αυτήν θα παντρευτεί και θα ζήσει, μέχρι τα δραματικά γεγονότα, στα οποία θα επανέλθω.

Από τη μια έχει πολυάριθμες περιπέτειες με γυναίκες, συχνά μπροστά στην Hélène ή με τη συνενοχή της, παρά το γεγονός ότι η αβέβαιη σεξουαλικότητά του τον κάνει να κινδυνεύει και να φοβάται τον εγκλωβισμό από τις γυναίκες. «Είχα πάντοτε θελήσει μέχρι τώρα, λέει, να ζω τις σχέσεις μου με τις γυναίκες στα ύψη ενός παθιασμένου δίχως όρια συναισθήματος». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στη σχέση που αρχίζει τη δεκαετία του ’60 με τη Franca Madonia, «υπέροχη γυναίκα από τη Σικελία», λέει, ιταλίδα μεταφράστρια του Levi-Strauss. Oι επιστολές που για χρόνια της στέλνει και που έχουν δημοσιευθεί, είναι ένα λογοτεχνικό μνημείο και ένα εξαιρετικό ντοκουμέντο. Φτάνει, σχεδόν μονίμως, σε παροξυσμό πάθους, αγάπης, επιθυμίας, επικοινωνίας. Λίγα είναι τα τόσο δυνατά ερωτικά κείμενα στη λογοτεχνία μας.

Η πολιτική και φιλοσοφική σκέψη του Althusser, πηγάζει, κατά τη γνώμη μου, από την ίδια με την ερωτική του καριέρα πηγή. Η ίδια του η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι πρωτότυπη γιατί επιζητεί κυρίως να προστατευθεί πίσω από τους πιο μεγάλους: Hegel, Spinoza, Descartes, κλπ. Δεν παίρνει το ρίσκο να προσεγγίσει τη σύγχρονη επιστήμη, την ψυχολογία, κοινωνιολογία ή ανθρωπολογία, γιατί δεν θέλει να μολυνθεί από ένα σχετικισμό ή πραγματισμό που θα τον έκαναν να πέσει πιο χαμηλά. Ο άγριος αντι-ανθρωπισμός του είναι της ίδιας τάξης. Ο ανθρωπισμός ενδιαφέρεται πολύ για τη συγκεκριμένη πραγματικότητα των ανθρώπων και τη φύση τους και αυτό δεν μπορεί να συνδυασθεί με τον ακραίο ριζοσπαστισμό του.

Αντίθετα, η πολιτική του σκέψη είναι πιο πρωτότυπη. Ο τρόπος με τον οποίο επικεντρώνεται στο Marx, θεωρώντας τον «ιερό», που του προσάπτει τα πρώτα του κείμενα να είναι όχι αρκετά ριζοσπαστικά και το ότι παίρνει αποστάσεις από το κομμουνιστικό κόμμα, τον οδηγούν σε ακραίες θέσεις ως προς τον ιστορικό υλισμό, σύμφωνα με τις οποίες η πρακτική δεν θα μπορούσε να προέρχεται παρά από την ίδια, δεν θα μπορούσε να στηρίζεται σε καμιά γενική και δομική οπτική, δεν θα μπορούσε παρά να λειτουργεί μέσα στο «τυχαίο» (aléatoire). Aυτό επανέρχεται στην ιδέα ότι δεν μπορούμε παρά να ενεργούμε, να δρούμε. Εάν θέλουμε απολύτως να σκεφτόμαστε και να κάνουμε θεωρητική δουλειά θα έπρεπε να κάνουμε τη θεωρία της πρακτικής.

Δεν βλέπω εδώ παρά μια τεράστια αφέλεια. Η αφέλεια του απόλυτου ριζοσπαστισμού, που τον οδηγεί να υπερασπίζεται τη «δικτατορία του προλεταριάτου» τη στιγμή που το κομμουνιστικό κόμμα εγκαταλείπει αυτή τη διατύπωση ή, να λέει, ότι η μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία θα ορίζεται από την εγκατάλειψη των εμπορικών σχέσεων.

Δεν γίνεται να προσεγγίζει κάποιος σε τέτοιο βαθμό τους ανθρώπους, με μια οπτική σχεδόν μυστικιστική, δίχως να διατρέχει μεγάλους κινδύνους, εάν οι άνθρωποι του είναι ανυπόφοροι σε ένα άλλο επίπεδο. Το πρόβλημα του Althusser είναι, τη στιγμή μάλιστα που θέλει να αγαπάει τις γυναίκες και να συμπαρασύρει την ανθρωπότητα σε μια φωτεινή μοίρα, ότι δεν σταματάει να μισεί τους πραγματικούς ανθρώπους, αυτούς που βρίσκονται γύρω του. «Είχα, λέει, τη φήμη ενός άγριου, κλεισμένος στο παλιό μου διαμέρισμα του σχολείου, από το οποίο δεν έβγαινα σχεδόν ποτέ και το ότι διατηρούσα όλες τις εκδηλώσεις αυτής της έγκλειστης αγριότητας, ήταν για να προσπαθήσω να μπώ στην ανωνυμία, όπου πίστευα ότι θα εύρισκα τη μοίρα μου και ακόμη περισσότερο τη γαλήνη».

Όχι μόνο δεν είναι ανώνυμος, με τη φήμη που έχει, αλλά συγκατοικεί με μια γυναίκα που κυριολεκτικά τη βασανίζει. Λέει ότι, σε κατάσταση υπομανίας όπου είναι ιδιαίτερα ενεργητικός: «Ημουν πραγματικά απαράδεκτος μια και οι προκλήσεις και οι συνεχείς επιθέσεις την πλήγωναν τόσο, σχεδόν τη σκότωναν». Αυτή η γυναίκα στο τέλος αναγκάζεται να αμυνθεί. Μιλάει για τους «ατέλειωτους καυγάδες μας».

Το 1980, μετά από παραμονή στο νοσοκομείο για μια άνευ σοβαρότητας εγχείρηση και απ΄όπου βγαίνει σε καταθλιπτική κατάσταση, τα πράγματα με την Hélène χειροτερεύουν, της μιλάει τόσο άσχημα ώστε αυτή αποφασίζει να τον εγκαταλείψει, δηλώνοντας ότι είναι ένα τέρας. «Δήλωσε, λέει, με μια αποφασιστικότητα που με τρομοκράτησε ότι δεν μπορούσε να ζήσει πια μαζί μου, ότι ήμουν γι΄αυτήν ένα τέρας και ότι ήθελε να με εγκαταλείψει για πάντα». Ζουν απομονωμένοι, έχοντας κόψει το τηλέφωνο. Όταν συνέβαινε να μένει στο σπίτι μας, αρνούνταν να μου μιλήσει, ακόμη και να διασταυρωθούμε». Στην αδυναμία της να υλοποιήσει τα σχέδια της να τον αφήσει, λέει ότι θα σκοτωθεί. Αλλά αυτός, από την πλευρά του, έχει επίσης τη φαντασίωση να την σκοτώσει. Καταλήγει να του ζητήσει να την σκοτώσει ο ίδιος.

Την Κυριακή 16 Νοεμβρίου 1980, ενώ συζητιόταν να μπει στο ψυχιατρικό νοσοκομείο και η Hélène δυστυχώς κατάφερε να πάρει μια παράταση, κατά τη διάρκεια ενός μασάζ, όπου δίχως αμφιβολία προσπαθεί να την ανακουφίσει, μασάζ στο λαιμό, αντιλαμβάνεται ότι είναι νεκρή, ότι την σκότωσε. Απ΄ότι φαίνεται δεν υπήρχε από μέρους του πρόθεση φόνου. Τον κλείσανε στο ψυχιατρείο, θωρούμενος ως δολοφόνος στα μάτια του κοινού και έζησε ακόμη μια δεκαετία μέσα στο ψυχιατρικό κύκλωμα.

Το μίσος και η αδιαφορία μεταξύ συζύγων, είναι αλλοίμονο τρέχοντα φαινόμενα. Όμως, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι σύζυγοι κάνουν αυτό που χρειάζεται για να αποφύγουν τις εκρήξεις. Σταματούν κάθε ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ τους και καταφεύγουν σε επιφανειακές σχέσεις που δεν τους λείπει απαραίτητα η ευχάριστη πλευρά.

Δεν είναι έτσι η περίπτωση του Althusser. Αυτός ψάχνει την κοινωνία, το άνοιγμα, τη διαφάνεια. Εχει με την Hélène μια δυνατή σχέση, έντονη, όπως και με τις άλλες γυναίκες. Δίχως να το καταλαβαίνει ετοιμάζει ένα τρομερό κοκτέιλ, μια πραγματική βόμβα. Αντί να απομακρυνθεί, να οργανώσει το χωρισμό, να βρει μια λύση, πηγαίνει στα άκρα, κλείνεται σε μια πραγματική φυλακή με την Hélène, εμφανίζοντας αυτό που εμφανίζουν όλοι όσοι παραληρούν, δηλαδή να ζήσει όντως σωματικά αυτό που αισθάνεται πνευματικά, πράγμα που τον οδηγεί να τη σκοτώσει.

ΤΡΕΙΣ ΤΟΜΕΙΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Τελειώνοντας την εξέταση αυτών των περιπτώσεων που μελέτησε η ερευνητική ομάδα, θα ήταν χρήσιμο να δούμε πού βρισκόμαστε.

Αυτό που διακρίνεται καθαρά μέσα από αυτή την έρευνα, είναι ότι ο αρνητικός, παλινδρομικός, αντικοινωνικός παράγοντας, που έχουμε πάντοτε την τάση αποκλειστικά να προβάλλουμε όταν επιχειρούμε να εξηγήσουμε την ψυχική ασθένεια, δεν αρκεί για να την εξηγήσει. Πρέπει, απαραίτητα, να στραφούμε και προς ένα άλλο παράγοντα, που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε πολιτιστικό (culturel), αν δεν ήταν τόσο συγκεχυμένος.

Αυτός ο όρος, πράγματι, αναφέρεται έντονα, αν όχι αποκλειστικά, σε κοινωνικούς μηχανισμούς που στοχεύουν να προάγουν κάτι άλλο από τους ίδιους, κάτι που δεν έχει ξεκάθαρα αποσαφηνισθεί (δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, μέσα μαζικής επικοινωνίας, θεάματα, κλπ.).

Πρόκειται για πράγματα που κάνω για διασκέδαση, για προσωπική ανάπτυξη και εμπλουτισμό, για να μορφωθώ, για να αποκτήσω κύρος και κοινωνική αναγνώριση; Εχει κάτι από όλα αυτά και μάλιστα μπορούμε να πάμε, μαζί με τον Pierre Bourdieu, μέχρις να δούμε στο πολιτιστικό ένα καθαρό κεφάλαιο κοινωνικής νομιμοποίησης ή που μια γενιά μεταφέρει στην άλλη για να εξασφαλίσει την πρόοδο της.

Ομως ακριβώς, η μελέτη αυτή μας φανέρωσε μια άλλη διάσταση του πολιτιστικού (culture) που δεν τη διακρίνουμε συνήθως, μια διάσταση η οποία «βιδώνεται» στα άτομα, τα απασχολεί εσωτερικά, αναπτύσσεται με ή δίχως τη σύμφωνη γνώμη τους. Πρόκειται για τις γνώσεις, τις ανταλλαγές με τους άλλους, τα οράματα για τον κόσμο, τις πεποιθήσεις, τις γνώμες.

Ολες αυτές οι πραγματικότητες, που πιθανόν να έχουν και αρνητικές και αντικοινωνικές πλευρές, συνδυάζονται με μια άλλη ανθρώπινη διάσταση, επίσης θεμελιώδη, τη σωματική και σεξουαλική, απ΄όπου ο άνθρωπος ριζώνει, σταθεροποιείται, ιδιαιτεροποιείται.

Η βασική υπόθεση αυτής της έρευνας είναι ότι η τρέλα έρχεται από την άσχημη ανάπτυξη και από υστερήσεις του πρωτογενούς επιπέδου (σώμα-σεξουαλικότητα), που οδηγούν σε μια πρώτη φάση στην κατάθλιψη, στο κενό, την αγωνία και σε μια δεύτερη φάση στο παραλήρημα και σε καταστάσεις πραγματικά νοσηρές. Περνούν από το ένα στο άλλο μέσω ενός μηχανισμού εξαιρετικά σημαντικού και κεντρικού, που ωθεί τον ψυχισμό να γεμίσει τα κενά και να θελήσει ώστε τα συστήματα του ιδανικού και του φαντασιακού, που τοποθετούνται στο δευτερογενές επίπεδο, μεταφράζονται, ενσαρκώνονται στο σωματο-σεξουαλικό σύμπαν του κάθε ανθρώπου. Είναι αυτός ο τρόπος του ψυχισμού να νοηματοδοτεί αυτό που δεν έχει νόημα αλλά που θα έπρεπε να έχει, δηλαδή την ενσωμάτωση του σωματο-σεξουαλικού στο χρόνο και στο χώρο, την φυσική και υλική του διάσταση.

Είναι πράγματι αυτό που διαπιστώσαμε δια μέσω της εξέτασης των έξι περιπτώσεων λογοτεχνικών ψυχωτικών προσωπικοτήτων. Οι μεν οδηγήθηκαν να ζήσουν τις φαντασιώσεις τους μεταφέροντάς τες στην καθημερινή τους πραγματικότητα, δια μέσου εκπληκτικών εκδηλώσεων και παρεμβάσεων, όπως αυτή η «Madeleine» του Janet η οποία, στις μύτες των ποδιών της, μιμείται τον εσταυρωμένο και στιγματισμένο Ιησού, ή όπως αυτή η Renée που προσαρμόζει στο συναίσθημά της του μη-πραγματικού οράματα φωτός, ή όπως αυτός ο Schreber που μέσα από ένα γραπτό φαντασίας, ανακατασκευάζει το ψυχιατρικό του περιβάλλον. Οι δε, εμπνεόμενοι από συστήματα λιγότερα ήρεμα και ειρηνικά, περνούν στην πράξη, σκοτώνουν, μακελεύουν, θέλοντας να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι είναι ικανοί να φτάσουν μέχρις εκεί.

ΟΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ

Εχοντας ως υπόθεση ότι στις απαρχές όλων αυτών βρίσκονται επιδράσεις του περιβάλλοντος, που προκαλούν αναπηρίες στο σωματικό και σεξουαλικό επίπεδο, πρέπει να εξετάσω αν βρίσκουμε πράγματι επιρροές αυτού του τύπου.

Μου φαίνεται ότι έτσι συμβαίνει. Μπορούμε να διακρίνουμε τρείς τύπους περιβάλλοντος στους οποίους μπορούν να ενταχθούν τα εν λόγω άτομα.

1.Τέσσερα από αυτά τα πρόσωπα, Rennée, Madeleine, Aimée (Anzieu) και Wagner, ανήκουν σ’ αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε περιβάλλον ταπεινό – φιλόδοξο.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα συγχρόνως κοινωνικο-οικονομική και πολιτιστική.

Από τη μια, αυτό το περιβάλλον, όπου οι άνθρωποι είναι πολύ απασχολημένοι, δεν μπορεί να δώσει πολλή προσοχή στα παιδιά. Αυτά αισθάνονται εγκαταλειμμένα, που σημαίνει ότι δεν μπορούν να υλοποιήσουν τις αλληλεπιδράσεις εκείνες , με το φυσικό και το ανθρώπινο περιβάλλον, που θα ήταν απαραίτητες για την ανάπτυξή τους. H Madeleine, που από την πιο μικρή της ηλικία έχει σοβαρά προβλήματα με τα πόδια της και όλο της τον οργανισμό, δεν βρήκε πραγματική συνοδεία και φροντίδα. Δεν σταματάει να θέλει να φύγει από αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον, πράγμα που θα το κάνει μέχρι και την ενήλική της ζωή. Η Renée, αισθάνεται σε φυλακή, από την οποία ονειρεύεται να δραπετεύσει. Η Aimée προέρχεται από τα βουνά του Cantal όπου η ζωή είναι σκληρή και δίχως έλεος. Ο Wagner προέρχεται από ανάλογο περιβάλλον στη Γερμανία, με μια μητέρα καταθλιπτική και κλειστή.

Αλλά, από την άλλη πλευρά, αυτό το περιβάλλον έχει κοινωνικές φιλοδοξίες, που απαιτούν μεγάλη συγκέντρωση στις σπουδές, τα διπλώματα, την επιτυχία. Το σώμα οφείλει να θυσιαστεί. Όλα τα αναφερθέντα πρόσωπα επιτυγχάνουν πολύ καλά στην κοινωνική τους άνοδο. Ανεβαίνουν στο Παρίσι, καταλαμβάνουν αξιότιμες θέσεις, γίνονται δάσκαλοι. Ακόμη και η Madeleine είναι κάποια που επέλεξε ο Janet , την «επωάζει» και την προστατεύει. Το πνεύμα τους θα μπορέσει να αναπτυχθεί. Θα γράψουν, θα δημοσιεύσουν.

Η περίπτωση του Wagner είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, λόγω του ρόλου που έπαιξε η σεξουαλικότητα. Ο καταναγκασμός του αυνανισμού και η φήμη του στο επίπεδο των ηθών είναι τυπικά χαρακτηριστικά των λαϊκών στρωμάτων που απελευθερώνονται, δίχως όμως να καταφέρνουν να εγκαταλείψουν τα παλιά προγονικά ταμπού.

2. Μια περίπτωση εντελώς ιδιαίτερη, γιατί αναφέρεται αποκλειστικά στην διαπαιδαγώγηση, είναι αυτή του Schreber. Ο πατέρας του προέδρου έχει κάτι το τερατώδες. Θέλοντας να «μορφοποιήσει» τα παιδιά με ατσάλινες συσκευές και σιδερένια πειθαρχία, δείχνει τί σημαίνει η τρέλα. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο ίδιος του ο γιός τρελάθηκε, λαμβάνοντας υπ’ όψη το σύστημα στο οποίο υποβλήθηκε, ιδιαίτερα σε ότι αφορά το σώμα του. Από μόνος του είναι η καλύτερη επίδειξη της θέσης που υποστηρίζω. Η νοητική του ανάπτυξη ήταν μακράν του να είναι ανύπαρκτη. Ηταν ένας πρόεδρος δικαστηρίου αρκετά ταιριαστός.

3. Θα πρέπει επίσης να θεωρήσουμε ξεχωριστά την περίπτωση του Louis Althusser. Εδώ βλέπω την επιρροή παραγόντων που θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε οικολογικούς. Πρόκειται για θέση στο χώρο που δεν επιτρέπει συναντήσεις και επαφές που θα ήταν απαραίτητες για την ανάπτυξη των προσώπων.

Όλα εδώ εξηγούνται από την ιστορία της οικογένειας. Από τη μεριά της μητέρας, οι Berger, με αλσατική καταγωγή, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Αλσατία το 1871 και να καταφύγουν στην Αλγερία. Ο παππούς Berger έχει την κλίση της ζωής στο δάσος, που την ζεί στην Αλγερία, σε άγονα και αραιοκατοικημένα βουνά.

Οι Αlthusser είχαν την ίδια προέλευση με τους Berger. Ο πατέρας του Louis δέχεται να ζήσει σε ένα δάσος κοντά στο Αλγέρι, όπου μεγάλωσε το παιδί. Η μητέρα υποφέρει έντονα από την απομόνωση και αναπτύσσει μια προσωπικότητα καταθλιπτική, φοβική, λιγότερο ή περισσότερο υστερική. «Δεν ήταν, λέει ο Louis, στο L`avenir dure longtemps, παρά μια συνεχής πληγή από την οποία υπέφερε τρομερά». Μιλάει για τη «μαρτυρική» μητέρα του ενός τυραννικού συζύγου. Η οικογένεια αφήνει το Αλγέρι όταν ο Louis είναι 14 ετών και αρχίζει μια άνοδος προς το Παρίσι που θα τον οδηγήσει μακριά. Ο Althusser είναι επίσης το δημιούργημα μιας άμετρης κοινωνικής φιλοδοξίας.

Θα έπρεπε να θεωρήσουμε αυτούς τους τρείς παράγοντες, κοινωνικο-πoλιτιστικό, παιδαγωγικό και οικολογικό, ως μόνους ικανούς να γεννήσουν την ψυχική ασθένεια; Σίγουρα όχι. Αλλά εξηγούν τις περιπτώσεις του δείγματός μας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η σύλληψη της ψυχικής ασθένειας που διακρίνεται στις μελέτες αυτού του κειμένου είναι νέα και επαναστατική.

Η κλασσική ψυχιατρική λειτουργεί κατά βάθος όπως ο καθένας από τους θνητούς, επικεντρούμενη στις παρατηρήσιμες ενέργειες και συμπεριφορές.

Μπροστά στην κατάθλιψη, όπως παλαιότερα μπροστά στην υστερία, αισθανόμαστε κυρίως μια εντύπωση ερήμωσης. Οι δυνατότητες του υποκειμένου φαίνονται να μπήκαν σε ύπνο ή να έχουν ανασταλεί και διακρίνουμε βλάβες που ορίζονται με στερητικό «α» : αναισθησία, απραξία, αγνωσία, αμνησία, αβουλία, κλπ. Η κατάθλιψη εμφανίζεται σαν μη-προσαρμοστικότητα, αλλά που γλιστρά προς την απουσία και τη φυγή, τη ρήξη με την κοινωνική ζωή.

Εντελώς διαφορετική είναι η ψύχωση, που φόβιζε τον Φρόυντ, όπως και πολλούς άλλους, λόγω του «θετικού» της χαρακτήρα, όπως λέγεται στις νοσογραφίες. Το υποκείμενο δηλώνεται, διακηρύσσει, δείχνεται, εκρήγνυται, σκοτώνει και μας δημιουργείται η τάση να δούμε σ΄αυτό την εμφάνιση κρυμμένων δυνάμεων που έχουν παροξυνθεί και που τρομοκρατούν. Φαίνεται να αντιμετωπίζουμε μια άλλη προσωπικότητα, μια πραγματική διαστροφή, ένα παραλογισμό της φύσης. Αυτό καθρεφτίζεται πολύ καλά στους ορισμούς του DSM.

Aκόμη και μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Freud ή o Janet, χάνονταν όταν προσπάθησαν να βρουν εξηγήσεις.

Για τον Freud, αυτό που ισχύει είναι φυσικά να επανέλθει σ΄αυτό που πάντα θεωρεί ως την αιτία όλων των κακών, αρχίζοντας από τη Γένεση (Βίβλος) μέχρι το γήινο παράδεισο: τη σεξουαλικότητα. Του αρκούσε να βρει ένα κανόνα που θα του επέτρεπε να παρατηρεί την καμουφλαρισμένη της επανεμφάνιση και να την καταγγείλει, ώστε να απαλλαγεί από αυτήν. Η απώθηση, θεωρούμενη ως ικανή να εξαφανίσει το αντικείμενο της παράβασης, ακολουθείται από μια ολόκληρη «υποσυνείδητη» μηχανική, που μεταμφιέζει και καλύπτει το αντικείμενο με τέτοιο τρόπο που επανεμφανίζεται «λευκό σαν το χιόνι», ενώ, κατά βάθος σε «λανθάνον επίπεδο», παραμένει πάντοτε νοσηρό. Μπορούμε όμως τώρα να το κυνηγήσουμε.

Για τον Janet, αρκεί η παρατήρηση του συγκινησιακού χαρακτήρα, του συναισθηματικού, όλων αυτών των παράξενων συμπεριφορών που του διεγείρουν το ενδιαφέρον και τις μελετάει με πάθος, όπως την υστερία, την υπνοβασία, τις «έμμονες ιδέες», τις νευρώσεις, κλπ. για να καταλήξει ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο πίσω από αυτά παρά εξασθένηση του χαρακτήρα, της ηθικής, υποκείμενα που χάνονται, που δεν είναι σε θέση να ενεργήσουν με θέληση και να οικοδομήσουν τις ενέργειές τους. Ο Janet αφήνεται να παγιδευτεί από τα εξωτερικά φαινόμενα που φαίνονται να δείχνουν την απουσία συγκινήσεων και αρχαϊκών δυνάμεων, όταν αυτές δεν αποχαλινώνονται. Στην πραγματικότητα αυτές οι δυνάμεις είναι πάντοτε παρούσες, ακόμη και αν δεν κραυγάζουν.

Οι παρουσιασθείσες μελέτες εδώ δείχνουν ότι οι ψυχωτικοί είναι επίσης βαθύτατα καταθλιπτικοί αλλά που θεωρούν ότι θα ξεφύγουν από την κατάθλιψή τους χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις που έχουν την τύχη να έχουν περισσότερο από τους άλλους: φαντασία, εξυπνάδα, δημιουργικότητα, επινοητικότητα, μοίρασμα, είναι αυθεντίες. Επιδίδονται λοιπόν σε μια λεπτή αλχημεία που συνίσταται στο να εισάγουν στο επίπεδο της «πραγματικής» συμπεριφοράς αυτά που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ιδέες και αναπαραστάσεις. Μοιάζουν περισσότερο με παίχτη ενός παιχνιδιού, δίνοντας στον εαυτό τους το ρόλο της αναπαράστασής τους. Ο Ernst Wagner, τον οποίο είχε δίκιο ο Lacan να τον δείξει ως παράδειγμα(*), ήθελε να τελειώσει τον καταχθόνιο και δολοφονικό καλπασμό του πεθαίνοντας ανάμεσα στις φλόγες της πυρκαγιάς του βασιλικού πύργου του Bade-Würteburg. Δεν ήταν μόνο δολοφόνος αλλά και αυτοθαυμάζονταν ως δολοφόνος, αυτός ο φτωχός μη αναγνωρισμένος επαρχιακός δάσκαλος.

Εάν θα έπρεπε να καταγγείλουμε κάτι, αυτό δεν θα ήταν το ακοινώνητο και η αδυναμία προσαρμογής αλλά η απουσία αναγνώρισης, βοήθειας και εκτίμησης που καθιστά τους ανθρώπους καταθλιπτικούς.

Κατά βάθος είναι η εμμονή της προσαρμογής, που συνίσταται στο να θέλουμε να επαναφέρουμε στην κανονικότητα, «στη γραμμή», αυτούς που δεν μπορούν να μείνουν εκεί. Αυτή είναι η αληθινή αιτία όλων αυτών των κακών.

-------------

* Σημείωση: Ο Lacan γνώριζε την περίπτωση του Wagner και τη θεωρούσε χαρακτηριστική. Αυτό ώθησε την Α.Μ.Vindras να μελετήσει και να γράψει το βιβλίο της για τον Wagner.

***

Bιβλιογραφικές αναφορές

ALTHUSSER (L.) Journal de captivité. Stock-IMEC, 1992.

ALTHUSSER (L.) Lettres à Franca. Stock-IMEC, 1998.

ALTHUSSER (L.) L’avenir dure longtemps. Stock-IMEC, 1992.

ANZIEU (D.) Une peau pour les pensées. Ed. Apsygée, 1991.

BAECHLER (J.) Les suicides. Ed. Calmann-Levy, 1975.

BORGES DA SILVA (G.) et coll. Prévalence des affections psychiatriques des affiliés du régime général par région. Annales médico-psychologiques, 1999, 157, n° 10.

EYSENCK ( H.J.) Know your own Personality. Penguin Book, 1975.

FODOR (J.A.) La modularité de l’esprit. Ed. de Minuit. 1983.

FREUD (S.) Au-delà du principe de plaisir. 1920.

FREUD (S.) Trois essais sur la théorie de la sexualité.

FRITH (C.D.) The Cogntitive Neuropsychology of Schizophrenia. ED. Lawrence Erdbaum, G.B., 1992.

GRIVOIS (H.) et PROUST (J.) Subjectivité et conscience d’agir. ED. PUF.1998.

INGRAM ( R.E.) et coll. Situational Specificity of Self-Focused Attention in Dysphoric States. Cognitive Therapy and Research. Vol.23, n° 6, 1999, pp. 625-636.

JAMISON (K.R.) Maladie maniaco-dépressive et créativité. Pour la Science, Avril 1995, n° 210.

JACKSON (D.D.) Schizophrenia. Scientific American, August, 1962.

JANET (P.) De l’angoisse à l’extase. Ed. du CNRS, Paris, 1975.

KRAEPELIN (E.) Compendium der Psychiatrie. 4 Vol., 1883.

LACAN (J.) De la psychose paranoïaque dans ses rapports avec la personnalité. Ed. du Seuil, 1975.

LESSANA ( M.M.) Entre mère et fille : un ravage. Ed. Pauvert, 2000.

LOBROT (M.) Pour ou contre l’autorité. Ed. Gauthier-villars, 1973.

LOBROT (M.) L’aventure humaine. Coll. Psy-énergie, 1999.

Mc CABE ( R.E.) et coll. Interpersonal Sensitivity and Social Problem-Solving : Relations with Academic and Social Self-Esteem, Depresive Symptoms, and Academic performance. Cognitive Therapy and Research, Vol. 23, n° 6, 1999, pp.587- 604.

MONTAGNER (G.) l’enfant et la communication. Ed. Pernoud-Stock, 1978.

NIEDERLAND (W.G.) Schréber, père et fils. In Le cas Schréber. PUF, 1979.

POTEL (J.Y.) L’état de la France et de ses habitants. Ed. La découverte, 1985.

ROUPNEL (G.) Histoire de la campagne française. Ed. Grasset, 1932.

SECHEHAYE (M.A.) Journal d’une schizophrène. PUF, 1950.

TAJFEL (H.) Experiments in Intergroup Discrimination. Scientific American, Nov. 1970.

VINDRAS (A.M.) Louis II de Bavière, selon Ernst Wagner, paranoïaque dramaturge. Ed. EPEL, 1993.

VINDRAS (A.M ) Ernst Wagner, Robert Gaupp : un monstre et son psychiatre. Ed. EPEL, 1996.

ZAZZO (R.) Conduites et conscience. 1er tome. Ed. Delachaux iestlé , 1962.

Μετάφραση Κώστας Μπακιρτζής