Η ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑ ΜΗ-ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΙΚΟΤΗΤΑ

(Non-Directivité Intervenante, NDI)

Η Παρεμβαίνουσα Μη-Κατευθυντικότητα είναι θεωρία κατανόησης των ανθρωπίνων λειτουργιών σε ψυχολογικό, θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο και συγχρόνως μέθοδος διευκόλυνσης της πορείας μάθησης και ανάπτυξης. Πρόκειται για θεωρία που επεξεργάζεται ο Γάλλος καθηγητής Μichel Lobrot από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και την ολοκληρώνει, στις βασικές της αρχές, περί τα τέλη της δεκαετίας του ΄80. Αναφέρεται τόσο σε διεργασίες ζωής, αγωγής και εκπαίδευσης, όσο και σε διεργασίες αντιμετώπισης δυσκολιών και ψυχοθεραπείας. Ουσιαστικά, πρόκειται για φιλοσοφία του ανθρώπου και των σχέσεών του, για αντίληψη και στάση ζωής που βασίζεται στο σεβασμό της αυτονομίας και της ελευθερίας του εαυτού και του άλλου, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, προσωπικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών και ιδιαιτεροτήτων.

Βασικό της ενδιαφέρον είναι η διαμόρφωση του ψυχικού κόσμου και ο εμπλουτισμός του μέσω βιωμάτων, δηλαδή μέσω εμπειριών που αγγίζουν και συγκινούν, που ανταποκρίνονται σε ανάγκες και ενδιαφέροντα του υποκειμένου και έτσι δημιουργούν επιθυμίες και αποκτώνται γνώσεις, ικανότητες, δεξιότητες. Πρωταρχικός στόχος της NDI δεν είναι η θεραπεία αλλά η διεύρυνση και ο εμπλουτισμός του ψυχικού κόσμου. Ακόμη και στις πιο βαριές περιπτώσεις που χρήζουν συστηματικής θεραπείας, η NDI, δίχως να υποτιμά τα μέσα και τις θεραπευτικές παρεμβάσεις που απαιτούνται, επικεντρώνεται στο εδώ και τώρα του υποκειμένου, το ακούει, το συνοδεύει, συμπάσχει και μοιράζεται την εμπειρία του, οποιαδήποτε και αν είναι αυτή. Αυτό διαπιστώνουμε ότι διακόπτει τον ατέρμονα κύκλο της προοδευτικής απομόνωσης του υποκειμένου και επιτρέπει το μοίρασμα, την επικοινωνία, την κίνηση, εκεί που κυριαρχούσε ο φόβος, η αγωνία, η ακινησία.
Η οπτική αυτή της διαμόρφωσης και του εμπλουτισμού του ψυχικού κόσμου καθιστά την NDI ιδιαίτερα κατάλληλη και αποτελεσματική για το σύγχρονο σχολείο, την αγωγή, την πρόληψη και την παιδεία γενικότερα. Εκεί που κυριαρχεί ο ερήμην των μαθητών προγραμματισμός (αναλυτικά προγράμματα, σχολικά εγχειρίδια κ.ά.), η NDI προτείνει τις βασικές της αρχές: την επικέντρωση στον άλλο, στο παιδί και στον ενήλικα και στην ακρόαση της επιθυμίας τους.


*

Ο Lobrot υποστηρίζει ότι βαθύτερες προσωπικές και κοινωνικές αλλαγές δεν μπορεί παρά να στηριχθούν στο σχολείο και ευρύτερα στην εκπαίδευση σε όλες της τις μορφές και βαθμίδες. Πιστεύει στις αρχές της ελευθερίας και της μη-κατευθυντικότητας στις ανθρώπινες σχέσεις. Θεωρεί ότι μη-κατευθυντικότητα, στην παραδοσιακή της μορφή (Κ.Lewin, C.Rogers), είναι μία άκρως επαναστατική σύλληψη, όμως, για να ενεργοποιηθούν όλες οι δυνατότητές της, απαιτείται να ξεπερασθεί η επιδίωξη της ουδετερότητας του εμψυχωτή που την χαρακτηρίζει. O Lobrot δείχνει ότι η επιρροή δεν ταυτίζεται με την επιβολή και ότι ο εμψυχωτής (δάσκαλος, ψυχοθεραπευτής), όχι μόνο δεν μπορεί να μην επηρεάζει, αλλά και ότι πρέπει να το κάνει. Ο άνθρωπος, ψυχολογικά και κοινωνικά, διαμορφώνεται μέσα από τις επιρροές που δέχεται. Εκείνο που τον υποτάσσει δεν είναι η επιρροή, αλλά η επιβολή και ο αυταρχισμός. Ο εμψυχωτής είναι δρών κοινωνικό υποκείμενο και δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από μια δήθεν ουδετερότητά του. Ο εμψυχωτής επηρεάζει, ακόμη και με τη φυσική του παρουσία και τη διαδικασία που προτείνει. Εκείνο λοιπόν που επιδιώκει η NDI δεν είναι η μη επιρροή αλλά η μη επιβολή, δηλαδή η ελευθερία των επιλογών για τον καθένα.

Η επικέντρωση στον άλλο και στις ανάγκες του δεν είναι κάτι καινούριο. Από τον Σωκράτη στον Rousseau, στον Φρόϋντ και στον Rogers, η σύγχρονη παιδαγωγική, όπως και η ψυχοθεραπεία, επικεντρώνονται στον άλλο και στις ανάγκες του, στα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά και στη δική του διαδρομή μάθησης και ανάπτυξης. Η ιδιαιτερότητα της NDI έγκειται στο ότι ξεπερνά τον πουριτανικό θα λέγαμε τελικά σεβασμό της προσωπικής πορείας και των επιλογών του καθένα και αναλαμβάνει την ευθύνη του να προτείνει περιεχόμενα, δραστηριότητες, εξηγήσεις, αναλύσεις. Πρόκειται για “πολιτική” ευθύνη παρέμβασης “στα της πόλης”, παρέμβασης στη ζωή του άλλου, όπως ο γονιός που προτείνει στα παιδιά του τον κόσμο του, όπως ο δάσκαλος που προτείνει στους μαθητές του τις γνώσεις, τις μεθόδους και τον τρόπο σκέψης του. Αυτό που επιτρέπει στην NDI να πάρει αυτή την ευθύνη επιρροής του άλλου, είναι η διάκριση μεταξύ επιρροής και επιβολής.

Ο εμψυχωτής NDI, είτε είναι δάσκαλος είτε ψυχοθεραπευτής είτε οτιδήποτε άλλο, προτείνει θέματα, περιεχόμενα, τις ιδέες του, τις αναλύσεις του, τα σχόλιά του, τις δραστηριότητες που κρίνει κατάλληλες, αλλά δεν τα επιβάλλει. Πρωταρχικό του μέλημα όμως δεν είναι να προτείνει αλλά να ακούσει, να ακούσει τις ανάγκες και τις επιθυμίες, να τις σεβασθεί, να τους αποδώσει αξία, να ενδιαφερθεί γι΄αυτές. Μόνο στη συνέχεια θα προτείνει αυτά που κρίνει ότι ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στις επιθυμίες των άλλων και μάλιστα σε συνεργασία μαζί τους. Φυσικά θα προτείνει αυτά που ο ίδιος κρίνει και γνωρίζει, όντας έτοιμος να τα αποσύρει ή να τα αλλάξει, δίνοντας πάντοτε την προτεραιότητα στις επιθυμίες και τελικά στις επιλογές των άλλων. Ο ρόλος του είναι να τους συνοδεύσει και να τους διευκολύνει στην πορεία και στην αναζήτησή τους, ακούγοντας και προτείνοντας και όχι επιβάλλοντας.

Γράφει ο Lobrot: «Ο εχθρός της επιθυμίας είναι η επιβολή. Είναι η κατάσταση εκείνη όπου αναγκαζόμαστε να αρνηθούμε μια ή περισσότερες επιθυμίες μας, είτε από την επέμβαση άλλων ανθρώπων (απειλές, απαγορεύσεις) ή από την φύση (αρχή της πραγματικότητας). Τελικά, ποτέ η επιβολή δεν εξαφανίζει τις επιθυμίες, αλλά οδηγεί σε ματαιώσεις, στερήσεις και άσκοπες ενέργειες. Ο αρνητικός χαρακτήρας της επιβολής εξηγείται γιατί από τη μια εγκαθιστά ένα σύνολο συσχετισμών που αντιτίθενται στην πλήρη υλοποίηση των υπαρχόντων επιθυμιών και από την άλλη ακυρώνει την αυτονομία τους. Η επιβολή είναι πηγή στειρότητας.

Οι επιθυμίες συνιστούν διεργασίες δυναμικές που μπορούν βέβαια να παρεμποδισθούν, και που ορισμένες φορές πρέπει να γίνει αυτό, ιδίως όταν καθίστανται εμπρόθεσμα επικίνδυνες. Αυτό όμως δεν αναιρεί το σημαντικά δημιουργικό και νεωτερικό τους δυναμικό.

Το πρόβλημα με τις επιθυμίες έγκειται όχι στο πως να εξαφανισθούν, πράγμα που δεν γίνεται, αλλά στο πώς να μετατραπούν από κλειστές και αμυντικές σε ανοικτές και ενεργητικές. Αυτό απαιτεί την εξαφάνιση της επιβολής. Ακόμη και ο εγκληματίας πρέπει να μπορέσει να εκφρασθεί, πράγμα που θα τον φέρει σε επαφή με την πραγματικότητα, μόνη ικανή να του δώσει νέες επιθυμίες που θα μπορούσαν να παραμερίσουν τις παλιές. Αυτό προϋποθέτει την επικέντρωση στη δική του κατάσταση. Ακόμη και τα χειρότερα μπορούν να ειπωθούν, να γίνουν θέαμα στο σινεμά, στο θέατρο ή στα μυθιστορήματα. Η μόνη προϋπόθεση είναι να αντιμετωπισθούν κατά πρόσωπο. Η θεραπευτική και η παιδαγωγική ουσιαστική λειτουργία συνίσταται στην επαφή με την πραγματικότητα, όποια και αν είναι αυτή, τόσο του υποκειμένου όσο και του περιβάλλοντος» (Η επικέντρωση στην επιθυμία, σελ. 45) .

*

Η Παρεμβαίνουσα Μη-Κατευθυντικότητα εντάσσεται στο γενικότερο ρεύμα της Mη-Κατευθυντικότητας η οποία, σύμφωνα με τις φαινομενολογικο-υπαρξιακές της αναφορές, είναι ουσιαστικά μια στάση και αντίληψη της ανθρώπινης σχέσης, βασισμένης στην ελευθερία και στην υπευθυνότητα του Εαυτού, όπως και στην αποδοχή-κατανόηση του Άλλου ως διαφορετικού, μοναδικού και ανεπανάληπτου μέσα στον κόσμο.
Η Μη-Κατευθυντικότητα εμφανίσθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ‘30 μέσα από τις έρευνες του Kurt Lewin και του Carl Rogers.

Ο Kurt Lewin (1890-1947), γερμανοεβραίος ιδιοφυής καθηγητής ψυχολογίας του πανεπιστημίου του Βερολίνου και αργότερα θεμελιωτής της Κοινωνικής Ψυχολογίας. Συνεχίζει τις έρευνες των προκατόχων του ιδρυτών της Ψυχολογίας της φόρμας (Gestalt-θεωρίας) (Wertheimer, Κoffka, Köhler), με επιστημολογική αναφορά και συνεισφορά στη γερμανική φαινομενολογία. Γίνεται διεθνώς γνωστός από πολύ νωρίς (δεκαετία του ΄20) με την θεωρία του πεδίου (Field Theory). O Ρώσος ψυχοπαιδαγωγός Vygotsky εκτιμά ιδιαίτερα το έργο του και συνεργάζεται στενά μαζί του. Το 1933, με τη βοήθεια του Vygotsky, καταφεύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες και γρήγορα δημιουργείται γύρω του κύκλος νέων επιστημόνων (Topology Group) που θα αποτελέσουν μελλοντικά τον πυρήνα της αμερικανικής Κοινωνικής Ψυχολογίας.

Ο Lewin, μαχόμενος τον αυταρχισμό σε όλες του τις εκδηλώσεις, μελετά ιδιαίτερα τα φαινόμενα ηγεσίας (αυταρχικός, δημοκρατικός και laissez-faire ηγέτης) και, στη συνέχεια, ένα άκρως νεωτερικό τρόπο συντονισμού μιας Ομάδας, το περίφημο T-Group (Training Group - Εκπαιδευτική Ομάδα). Η τελευταία του πρόταση, λίγο πριν τον ξαφνικό θάνατό του σε ηλικία 56 ετών, στηριγμένη σε πολυετείς συστηματικές έρευνες, συνιστά μια εκπληκτικά πρωτόγνωρη μέθοδο μελέτης και ανάπτυξης της Δυναμικής των Ομάδων και της Έρευνας-Δράσης, συνιστώντας ουσιαστικά μια επαναστατική μορφή εκπαίδευσης και ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης. Αποτελεί ορόσημο και βασική αναφορά μέχρι και σήμερα των μεθόδων εμψύχωσης ομάδων έρευνας, εργασίας, εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, κοινωνικής εργασίας, προσωπικής ανάπτυξης, ψυχοθεραπείας κ.ά.

Η βασική ιδέα της μη-κατευθυντικότητας του Lewin είναι ότι κάθε ομάδα εμπεριέχει το δυναμικό της ανάπτυξής της. Η λειτουργία της εμψύχωσης οφείλει όχι να κατευθύνει και έτσι να υποκαταστήσει την ομάδα και τα μέλη της, αλλά να διευκολύνει την ανάπτυξη του δυναμικού της, την επιλογή στόχων, την κινητοποίηση και την εξεύρεση μέσων για την υλοποίησή τους. Ο Lewin, ως καθαρόαιμος ερευνητής, μέσα στο ριζοσπαστικό πνεύμα της έρευνας-δράσης που τον εμπνέει, θέλει τον εμψυχωτή αυστηρά ουδέτερο που να περιορίζεται στο να «καθρεφτίζει» τα φαινόμενα της δυναμικής της ομάδας που παρατηρεί όσο γίνεται πιο αντικειμενικά, δίχως κανενός είδους εξηγήσεις, αναλύσεις και ερμηνείες. Όλα τα δρώμενα, η συμπεριφορά των μελών, η λειτουργία της ομάδας και η κατανόησή της αφορούν αποκλειστικά τους συμμετέχοντες. Τα μέλη, λόγω της συνθήκης αυτής, αυτοεκπαιδεύονται κυριολεκτικά στο να μάθουν να λειτουργούν ως δρώντα υποκείμενα, ως δρώντες ερευνητές της ίδιας τους της εμπειρίας. Η απάλειψη οποιασδήποτε μορφής εξωτερικής επιβολής και επιρροής και η εναπόθεση κάθε ευθύνης λειτουργίας και κατανόησης αποκλειστικά στην ομάδα και στα μέλη της συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της μη-κατευθυντικότητας του Lewin, του σημαντικότερου για πολλούς ερευνητή των ανθρωπίνων σχέσεων του 20ου αιώνα.

Ο Carl Rogers (1902-1987), Αμερικανός ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής, μετά από εξαιρετικές σπουδές δίπλα στις γνωστότερες προσωπικότητες της εποχής του (Watson, Kilpatrick, Rank, Horney, Salivan) εργάζεται με νέους και τις οικογένειές τους σε υποβαθμισμένο προάστιο της Νέας Υόρκης. Η βαθειά γνώση του μπηχεβιορισμού και της ψυχανάλυσης, όπως και οι επιρροές από τον χριστιανισμό αλλά και από ανατολικού τύπου θρησκείες και φιλοσοφίες τον οδηγούν, στη συνέχεια του έργου υπαρξιστών φιλοσόφων και ψυχολόγων (Abraham Maslow, Rollo May, Sören Kierkegaard, Martin Buber) και μέσα από την κλινική του εμπειρία σε μια νέα αντίληψη των ανθρωπίνων σχέσεων και των διεργασιών της μάθησης και της ανάπτυξης. Πρόκειται για τον «τρίτο δρόμο», όπως επεκράτησε να λέγεται, πέρα από τον Συμπεριφορισμό και την Ψυχανάλυση. Το ανθρωπιστικό-υπαρξιακό ρεύμα αντιτίθεται στις μηχανιστικές και πεσιμιστικές θεωρήσεις της ανθρώπινης φύσης, θεωρώντας ότι ο άνθρωπος έχει τη φυσική-αισιόδοξη τάση αυτοπραγμάτωσης και αυτοπροσδιορισμού. Τις αντιλήψεις αυτές ο Rogers συνέβαλε περισσότερο από κάθε άλλον να τις καταστήσει εφαρμόσιμες στην ψυχοθεραπεία, στην εκπαίδευση, στις ανθρώπινες σχέσεις.

Η μη-κατευθυντικότητα του Rogers συναντά τα βασικά χαρακτηριστικά της φαινομενολογικής πρότασης του Lewin περί αμεσότητας της εμπειρίας, ουδετερότητας και μη επιρροής. Όμως, πιθανώς λόγω του ότι ο Rogers συνέλαβε διαισθητικά αρχικά την πρότασή του μέσα από την κλινική του εμπειρία (και όχι ερευνητικά όπως ο Lewin), τολμά τη σχέση. Πρόκειται για βαθιά ανθρώπινη σχέση συνάντησης. Ο “σύμβουλος” συμπάσχει με το βίωμα του άλλου (empathy), και ενδιαφέρεται θερμά. Αυτό δεν σημαίνει ότι τον κατευθύνει αλλά ότι τον συνοδεύει, τον κατανοεί, τον αποδέχεται ανεπιφύλακτα, ανεξάρτητα από τις δικές του πεποιθήσεις και αρχές. Η θεραπευτική ενέργεια, όπως και η μαθησιακή, δεν έγκειται στην υπόδειξη αλλά στη συνοδεία για την αλλαγή, την ανακάλυψη και τη δημιουργία από το ίδιο το υποκείμενο, όπως και στην ανάληψη της ευθύνης του γι’ αυτό. Για τον Rogers συνοδεία σημαίνει σχέση, βαθιά ανθρώπινη σχέση συνάντησης όπου ο ένας (ψυχοθεραπευτής, δάσκαλος, εμψυχωτής, αλλά και γονιός, σύντροφος, φίλος, συμπολίτης) στρέφει ηθελημένα και αποφασιστικά την προσοχή του στον άλλο (ψυχοθεραπευόμενο, μαθητή, παιδί, σύντροφο, συμπολίτη κ.ά.), στις ανάγκες του, στις επιθυμίες και στα ενδιαφέροντά του, με ενσυναίσθηση, γνησιότητα και ανεπιφύλακτα θετική αποδοχή.

Ολοκλήρωση της πρότασης του Rogers έχουμε με την Ομάδα Συνάντησης (Encounter Group) όπου εφαρμόζει τις αρχές της μη-κατευθυντικότητας στην εμψύχωση των ομάδων. Ο εμψυχωτής εδώ δεν «καθρεφτίζει» ψυχρά και αποστειρωμένα τα φαινόμενα της δυναμικής της ομάδας που παρατηρεί, αλλά εμπλέκεται συν-παθητικά, συνοδεύει ακούγοντας ενεργά, τόσο το περιεχόμενο των δρώμενων, όσο και τα συναισθήματα που βιώνονται. Το Encounter Group εφαρμόσθηκε και χρησιμοποιείται και σήμερα σε ευρύτατο φάσμα συνιστώντας μαζί με το Training-Group βασική θεωρητική και μεθοδολογική αναφορά της εκπαίδευσης, της ψυχοθεραπείας και γενικότερα της εμψύχωσης των ομάδων.

Ο Μichel Lobrot (1924),
ομότιμος καθηγητής στο παν/μιο Paris VIII, εισάγει μια ριζοσπαστική πρόταση στην πορεία εξέλιξης της μη-κατευθυντικής σκέψης και πρακτικής, εκπροσωπώντας την γαλλική-ευρωπαϊκή κοινωνικο-πολιτική οπτική και κριτική της παραδοσιακής μη-κατευθυντικότητας. Παραδοσιακά, ο εμψυχωτής προτιμά να αποσυρθεί εντελώς για να μην επηρεάσει (Lewin) ή να εμπλακεί μόνο συναισθηματικά (Rogers). H κριτική του Lobrot στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η προτεινόμενη ουδετερότητα του εμψυχωτή (εκπαιδευτικού, ψυχοθεραπευτή), όχι μόνο δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί στην πράξη, αλλά και στερεί από τα μέλη της ομάδας τις γνώσεις και τις ικανότητές του που μπορεί να τους είναι χρήσιμες. Η κριτική αυτή τον οδήγησε στη μελέτη της λειτουργίας της παιδείας (Θεσμική Παιδαγωγική, 1966) και του φαινομένου του Αυταρχισμού (1973).

Μέσα από εξονυχιστικές μελέτες των ψυχολογικών και κοινωνικών μηχανισμών που οδηγούν στην ανάγκη επιβολής, του μεγάλο στο μικρό, του ισχυρού στον αδύναμο, του ‘’φυσιολογικού’’ στον διαφορετικό, οδηγείται σε μια ψυχο-κοινωνιολογική θεωρία του φαινομένου του αυταρχισμού. Περιορισμένες εμπειρίες και περιορισμένη ανάπτυξη στους 4 τομείς του ψυχικού κόσμου (αισθησιοκινητικός, αισθησιακός-σεξουαλικός, νοητικός-οργανωτικός, κοινωνικός-επικοινωνιακός) δημιουργεί υπερ-αμυντικούς μηχανισμούς επιβολής και υποταγής, επιθετικότητας εναντίον των άλλων ή/και εναντίον του ίδιου του εαυτού. Το ψυχολογικό και το κοινωνικό συναρθρώνονται διαλεκτικά: η ψυχολογική μιζέρια δημιουργεί την κοινωνική, όπως και αντίστροφα.

Ξεκινώντας από τη μελέτη των συνθηκών ζωής στην προϊστορική εποχή, σε σχέση με τις κλιματολογικές και γεωφυσικές συνθήκες των διαφόρων περιοχών του πλανήτη, καταλήγει στη θέση ότι η ανάγκη για επιβολή συνιστά υπερ-αμυντικό μηχανισμό ατόμων στερημένων από πλούσιες και θετικές εμπειρίες λόγω σκληρών και απαγορευτικών συνθηκών του ανθρώπινου και φυσικού περιβάλλοντος (1973, 1983, 1992, 1999). Η ανάγκη για επιβολή μεταφέρεται στη συνέχεια μέσω της παιδείας στους νεότερους, παρ΄όλο που οι εξωτερικές συνθήκες έχουν αλλάξει. Πολλές πλευρές της ζωής, του σχολείου και της κοινωνικής ζωής και οργάνωσης δομούνται πάνω στις αρχές της άμεσης χρησιμότητας, της αποδοτικότητας και της τάξης, δίχως αυτό να δικαιολογείται πάντοτε από τις ανάγκες της πραγματικότητας. Οι αρχές της ελευθερίας, της δημιουργικής αναζήτησης, της έρευνας και του παιχνιδιού, της αταξίας και της ελαφρότητας προκαλούν τρόμο και ενεργοποιούν μηχανισμούς ελέγχου, καταστολής και αποκλεισμού, αν όχι και εγκλεισμού.

Αυτό που επιδιώκει ο αυταρχισμός, συνεχίζει ο Lobrot, δεν είναι η απαγόρευση της δράσης και η καταστολή της μέσω ποινών και απαγορεύσεων, αλλά ο αποκλεισμός των καταστάσεων εκείνων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο βίωμα νέων εμπειριών. Από τη στιγμή όμως που οι επιθυμίες δημιουργηθούν, δείχνει ο Lobrot, είναι αδύνατο να εξαφανιστούν. Θα συνεχίσουν να ωθούν προς την ικανοποίησή τους. Το πρόβλημα λοιπόν που τίθεται, τόσο για την παιδεία και την ψυχοθεραπεία ειδικότερα, όσο και για τη ζωή γενικότερα, είναι η αναζήτηση των μέσων και των καταστάσεων εκείνων που δημιουργούν και καλλιεργούν επιθυμίες μάθησης, δημιουργικότητας, έκφρασης και επικοινωνίας. Έτσι, οδηγείται προοδευτικά στην πρόταση της Παρεμβαίνουσας Μη-Κατευθυντικότητας - NDI (1983, 1989, 2010).

Μεθοδολογία και αρχές της NDI

Η μεθοδολογία της εμψύχωσης που προτείνει η NDI στηρίζεται σ΄αυτά που με συντομία παρουσιάσθηκαν σχετικά με την ιστορική εξέλιξη της μη-κατευθυντικότητας, εμπεριέχοντας δύο διαστάσεις.
Η πρώτη αφορά τα προσωπικά χαρακτηριστικά και τη γενικότερη στάση του εμψυχωτή, δηλαδή τα στοιχεία που τον καθιστούν αυθεντικό και γνήσιο μέσα στη διαθεσιμότητα και στην επικέντρωσή του στον άλλο.
Η δεύτερη αφορά τα συγκεκριμένα μεθοδολογικά χαρακτηριστικά και αρχές της εμψύχωσης που μπορούν να εκφρασθούν με το τρίπτυχο (Μπακιρτζής, 1996):

ακούω-προτείνω-συνοδεύω


Ακούω: Επικέντρωση στις ανάγκες και στις επιθυμίες του άλλου, όπως και στη διευκόλυνση της έκφρασής τους. Επικέντρωση στο λεκτικό, μη-λεκτικό και συναισθηματικό περιεχόμενο της έκφρασης των συμμετεχόντων και επαναδιατύπωση-«καθρέφτισμά» του (ενεργός ακρόαση), με ενσυναίσθηση, γνησιότητα και ανεπιφύλακτα θετική αποδοχή.
Προτείνω: Διευκόλυνση της έκφρασης και της επικοινωνίας με κατάλληλες ασκήσεις-δραστηριότητες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες, επιθυμίες και κίνητρα των μελών της ομάδας.. Επίσης, διατύπωση υποθέσεων, εξηγήσεων και αναλύσεων σχετικά με την κατανόηση της ατομικής, διαπροσωπικής και ομαδικής λειτουργίας. Οποιαδήποτε πρόταση και υπόθεση κατανόησης τίθεται στη διάθεση της ομάδας ως συνεισφορά των εμψυχωτών και φυσικά μπορεί να συζητηθεί, να αλλάξει ή να απορριφθεί. Κανείς δεν υποχρεούται να συμμετάσχει στις προτεινόμενες ασκήσεις- δραστηριότητες, ούτε να δεχθεί εξ’ αρχής υποθέσεις, εξηγήσεις και αναλύσεις που αφορούν τη λειτουργία και συμπεριφορά του, δίχως το αίτημα ή τη συμφωνία του γι’αυτό.
Συνοδεύω: Οι εμψυχωτές είναι συνεχώς παρόντες «ακούγοντας», διευκολύνοντας, προτείνοντας και γενικότερα δημιουργώντας ένα πλαίσιο θερμής παρουσίας, ενδιαφέροντος και αποδοχής, ανεξαρτήτως του περιεχομένου των λεγομένων και διαδραματιζομένων κάθε φορά. Ενδιαφέρονται για τον καθένα και για οτιδήποτε ενδιαφέρει την ομάδα δίχως την προσωπική τους αξιολόγηση για το τι είναι ενδιαφέρον και το τι όχι. Αυτό το κρίνει αποκλειστικά η ομάδα μέσω της λεκτικής αλλά και της μη λεκτικής έκφρασης των μελών της που οι εμψυχωτές επαναδιατυπώνουν «καθρεφτίζοντας» μέσω της ενεργούς ακρόασης.

*

Γενικότερα, το έργο της εμψύχωσης είναι έργο από κοινού δημιουργίας εμψυχωτών και μελών. Ο καθένας μέσα στο ρόλο του επιλέγει και συμφωνεί ή διαφωνεί, μέσα σε σχέσεις ισοτιμίας και αμοιβαίου σεβασμού της διαφορετικότητας και της ελευθερίας του καθένα. Οι βασικές αναφορές και αρχές της παρεμβαίνουσας μη-κατευθυντικής πρότασης, αντίληψης και στάσης είναι συνεπείς, αυστηρές και συστηματικές ως προς τη δημιουργία συνθηκών ανθρώπινης σχέσης, θετικής επικοινωνίας, κλίματος αποδοχής, εμπιστοσύνης και συνεργασίας μέσω της διευκόλυνσης και της συνοδείας. Οι απόψεις και οι προτάσεις των εμψυχωτών-εκπαιδευτών είναι αυτονόητο ότι επηρεάζουν τους συμμετέχοντες, όπως ήδη αναφέρθηκε. Αυτό, όχι μόνο είναι θεωρητικά και μεθοδολογικά αποδεκτό, αλλά και επιδιώκεται, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση της ικανοποίησης αναγκών, ενδιαφερόντων και επιθυμιών των συμμετεχόντων. Επιδιώκεται συνεχώς η έκφραση των επιθυμιών, όπως επίσης και η δημιουργία νέων, μέσω βιωματικών εμπειριών σε τομείς τους ποίους τα μέλη ενδιαφέρονται να εμπλακούν και να εξερευνήσουν.
Εκείνο που ριζικά απορρίπτεται, και στο σημείο αυτό αξιολογείται η μη-κατευθυντικότητα των εμψυχωτών, είναι όχι η μη επιρροή τους αλλά η μη επιβολή τους: ο αυταρχισμός και η άσκηση εξουσίας κάθε μορφής, από την επιβολή δραστηριοτήτων μέχρι την ανάλυση, ερμηνεία και τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς, των λεγομένων και των διαδραματιζομένων, υπό το κύρος της αυθεντίας τους. Οι εμψυχωτές μπορούν να εκφράζουν την προσωπική τους γνώμη όταν τους ζητηθεί ή όταν το κρίνουν απαραίτητο. Κύρια όμως ακούν, συνοδεύουν, διευκολύνουν και παρεμβαίνουν κάνοντας προτάσεις δραστηριοτήτων και υποθέσεις κατανόησης της εμπειρίας και της συμπεριφοράς, αν χρειασθεί, με τη συμφωνία πάντοτε των μελών. Το νόημα και η σημασία της εμπειρίας, όπως και η επιλογή, αποδοχή ή μη των προτεινομένων δραστηριοτήτων, αφορά τα μέλη αποκλειστικά. Οι εμψυχωτές θέτουν την εμπειρία και τις γνώσεις τους στη διάθεσή τους, δίχως να τις επιβάλλουν. Οι ίδιοι προσπαθούν να είναι γνήσιοι και αυθεντικοί, υποστηρίζοντας και υπερασπίζοντας τις απόψεις τους όταν κρίνουν ότι δεν είναι σαφείς ή ότι παρανοούνται.
Σύμφωνα με το Lewin, ο εμψυχωτής «καθρεφτίζει» και, σύμφωνα με τον Rogers, ο εμψυχωτής ακούει ενεργά, αφουγκράζεται, συμπάσχει και έτσι διευκολύνει την ανάδυση και την έκφραση συγκινήσεων, αναγκών, επιθυμιών και ενδιαφερόντων, όπως και την κατανόηση συμπεριφορών και λειτουργιών, ατομικών και ομαδικών. Σύμφωνα με το Lobrot, ο εμψυχωτής, προς διευκόλυνση της προσωπικής και της κοινωνικής ανάπτυξης, πέραν των ανωτέρω, προτείνει δραστηριότητες, απαντά σε ερωτήματα και λέει τη γνώμη του όταν του ζητηθεί. Αυτό βέβαια οφείλει να το κάνει επικεντρούμενος στον άλλο, στις ανάγκες και στα αιτήματά του, μέσα όμως από τη δική του αλήθεια, προσωπική, κοινωνική, πολιτιστική. Ο εμψυχωτής εμπλέκεται σε σχέση πρόσωπο με πρόσωπο και είναι ουτοπικό και αναληθές να θεωρείται ότι μπορεί να απαλείψει τον εαυτό του και τις όποιες επιδράσεις του. Οι ενδεχομένως αρνητικές, όπως και οι θετικές για τους άλλους επιδράσεις των προσωπικών του χαρακτηριστικών-ιδεών-συμπεριφορών, δεν μπορούν να απαλειφθούν με την ανέφικτη στην πράξη αυτοδιαγραφή του, αλλά μπορούν να εντοπισθούν, να μιληθούν και να αναλυθούν από κοινού, αφ΄ ενός, με την ανάληψη της ευθύνης της εμπλοκής του ως δρών υποκείμενο και, αφ΄ετέρου, με τη θεσμική οριοθέτησή του, ξεκαθαρίζοντας εξ’ αρχής ότι η παρουσία του, οι ενέργειες και οι προτάσεις του αναφέρονται στην αυθεντία που του αναγνωρίζεται (εμπειρία, γνώσεις) και όχι, ως θεωρείται συνήθως, στην εξουσία που η αυθεντία τού επιτρέπει. Η διάκριση αυτή στην πράξη συνιστά κομβικό σημείο της εκπαίδευσης εμψυχωτών, μέσα στα πλαίσια των βασικών αρχών της μη- κατευθυντικότητας.
Επίσης, σύμφωνα με τα κριτήρια της μη επιβολής, της ισοτιμίας και της γνησιότητας, τα μέλη και η ομάδα συνολικά δεν μπορούν να επιβάλλουν δραστηριότητες και τρόπους λειτουργίας με τους οποίους δεν συμφωνούν οι εμψυχωτές, όπως φυσικά και το αντίστροφο.

Περιεχόμενο-Δραστηριότητες
Τα θέματα με τα οποία ασχολείται η NDI, το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων και ο τρόπος προσέγγισής τους, όπως προαναφέρθηκε, πηγάζουν από τις επιθυμίες των συμμετεχόντων, από τα αιτήματά τους. Βασικό μέλημα των εμψυχωτών είναι να διευκολύνουν την έκφραση των επιθυμιών ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια, σε συνεργασία με τους συμμετέχοντες, να διαμορφώσουν προτάσεις δραστηριοτήτων προς ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Στη θεωρία και στη μεθοδολογία της NDI τίποτα δεν μπορεί να προέλθει αποκλειστικά από τους εμψυχωτές, τις γνώσεις και τις επιθυμίες τους, ερήμην των συμμετεχόντων. Ο εκ των προτέρων προγραμματισμός των δραστηριοτήτων, για όσους εμψυχωτές το χρειάζονται, δεν επιβάλλεται, αλλά δημιουργείται και συναποφασίζεται βήμα-βήμα, από κοινού με τους συμμετέχοντες, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντά τους, έτσι όπως διαμορφώνονται κάθε φορά.


Έτσι, το περιεχόμενο της εκπαίδευσης κινείται στα εξής δύο επίπεδα:

Α. Δραστηριότητες-εμπειρίες και σχόλια-αναλύσεις επ’ αυτών. Προέρχονται αποκλειστικά από αιτήματα των συμμετεχόντων και από προτάσεις εμψυχωτών και συμμετεχόντων, υπό την προϋπόθεση της συστηματικής ακρόασης των επιθυμιών.

Β. Σχόλια και αναλύσεις επi της θεωρίας και της μεθοδολογίας. Πέραν των συζητήσεων και αναλύσεων του προηγουμένου επιπέδου Α, γίνεται συστηματική επεξεργασία των θεωρητικών και μεθοδολογικών ζητημάτων της εμψύχωσης με εισηγήσεις, αναλύσεις και συζητήσεις επ΄αυτών, σε ιδιαίτερες συναντήσεις στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος


Μέθοδοι και Τεχνικές
Όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται ένα πλήθος μεθόδων και τεχνικών υπό την προϋπόθεση της χρησιμοποίησής τους στα πλαίσια των βασικών αρχών της μη-κατευθυντικής αντίληψης και στάσης. Εκείνο που προέχει δεν είναι η προσήλωση στις οδηγίες που δίδονται από διάφορες σχολές και εγχειρίδια ασκήσεων, αλλά η χρησιμοποίηση του πολύ πλούσιου φάσματος μεθόδων και τεχνικών που υπάρχουν, θέτοντάς τες στην υπηρεσία των συμμετεχόντων και προσαρμόζοντάς τες κάθε φορά στις συγκεκριμένες ανάγκες και συνθήκες. Η NDI συνιστά φιλοσοφία, αντίληψη και στάση και όχι δογματική σχολή με άκαμπτους και απαραβίαστους όρους εφαρμογής. Η συστηματικότητα της λειτουργίας της δεν έγκειται πρωταρχικά και αποκλειστικά στο σεβασμό προδιαγραφών εφαρμογής τεχνικών και ασκήσεων, αλλά στο σεβασμό της μοναδικότητας της κάθε περίπτωσης και κατάστασης, στο σεβασμό της ελευθερίας του προσώπου και της ομάδας. Η εφαρμογή μεθόδων και τεχνικών είναι μοναδική και ανεπανάληπτη εμπειρία από κοινού δημιουργίας, μέσα από τη συνεργασία εμψυχωτών και συμμετεχόντων. Άκρως θετικό και ενδιαφέρον είναι ότι ο κάθε εμψυχωτής, ιδιαίτερα σήμερα, μέσα από την πληθώρα των εμπειριών και των επιρροών που δέχεται, διαμορφώνει την προσωπική του αντίληψη, στυλ, και πρακτική, συνθέτοντάς τα, και υπερβαίνοντας κάθε φορά τον εαυτό του δημιουργώντας την πρότασή του μέσα από τη συνάντηση με τον διαφορετικό, μοναδικό και ανεπανάληπτο κάθε φορά άλλο, πρόσωπο ή ομάδα. Καλούνται να εφεύρουν κάθε φορά μαζί τη μορφή και το περιεχόμενο της συνάντησής τους. Πρόκειται για κατ΄ εξοχήν άσκηση ελευθερίας και δημιουργίας του εαυτού μέσα στη σχέση με τους άλλους.


*


Οι κυριότερες μέθοδοι και τεχνικές που χρησιμοποιούνται στην NDI, προερχόμενες και εμπνεόμενες από διάφορες σχολές και παραδόσεις, είναι:

- Μέθοδοι και τεχνικές γνωριμίας και πρώτης επαφής.
- Μέθοδοι και τεχνικές ανάδυσης και έκφρασης των επιθυμιών.
- Μέθοδοι αναγνώρισης φαινομένων της δυναμικής της ομάδας και διευκόλυνσης της ανάπτυξής της, σύμφωνα με την παράδοση του Kurt Lewin και ιδιαίτερα του Training Group.
- Μέθοδοι και τεχνικές συνοδείας, ενεργού ακρόασης και επαναδιατύπωσης (reformulation), με ενσυναίσθηση, γνησιότητα και ανεπιφύλακτα θετική αποδοχή, σύμφωνα με την παράδοση του Carl Rogers.
- Ραϊχικές ψυχοσωματικές μέθοδοι και τεχνικές (Νευροφυτοθεραπεία του W.Reich, Βιονεργητική του A.Lowen κ.ά.).
- Δραματοποίηση, Ψυχόδραμα, Κοινωνιόδραμα, Κοινωνιόγραμμα και παιχνίδια ρόλων του J. Moreno.
- Μέθοδοι και πρακτικές από την Gestalt-θεραπεία του F.Perls.
- Μέθοδοι και τεχνικές διευκόλυνσης της έκφρασης και της επικοινωνίας (αυτόματη-αυθόρμητη έκφραση στο γραπτό και προφορικό λόγο, την κίνηση, το χορό, την αισθητική έκφραση, art-therapy κ. ά.).
- Τεχνικές επίλυσης συγκρούσεων.
- Τεχνικές χαλάρωσης-ενεργοποίησης, μασάζ, κ.ά.
- Τεχνικές φαντασίας και ξυπνού ονείρου.
- Αυθόρμητο θέατρο.
- Κατασκευή και χρήση μάσκας, τεχνικές κλόουν, θέατρο σκιών (Καραγκιόζης) κ.ά.
- Μέθοδοι και τεχνικές προερχόμενες από τις παραδόσεις των λαών.
-Μέθοδοι και τεχνικές προερχόμενες από την εμπειρία, δημιουργικότητα και εφευρετικότητα των εμψυχωτών και των συμμετεχόντων.


***


Για αναλυτική παρουσίαση των θεωρητικών και μεθοδολογικών αρχών, όπως και ενδεικτικά ορισμένων τεχνικών:


- TEΤΡΑΔΙΑ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ (1993), Aφιέρωμα «Η μη-κατευθυντική παρεμβατική μέθοδος» του Michel Lobrοt», Τετράδια Ψυχιατρικής, Νο 42, 37-109. (γράφουν οι M.Lobrot, Γ. Αστρινάκης, Κ.Μπακιρτζής, Κ.Κανακάκη, κ.ά.).
- ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ, Κ. (1996), Η δυναμική της αλληλεπίδρασης στην επικοινωνία,
Αθήνα, εκδ. Gutenberg.
(2003), Επικοινωνία και Αγωγή, Αθήνα, εκδ. Gutenberg.
- ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Δ. ΑΡΧΟΝΤΑΚΗ, Ζ. (2003), 205 Βιωματικές ασκήσεις για Εμψύχωση Ομάδων, Αθήνα, εκδ.Καστανιώτης.
- ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Δ., ΚΑΡΑΝΤΑΝΑ, Π. (2010), Ιστορίες για να ονειρεύεσαι … Παιχνίδια για να μεγαλώνεις - Για εμψύχωση βιωματικών ομάδων προσωπικής ανάπτυξης, Αθήνα, εκδ.Καστανιώτης.
- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Σ., ΚΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ι., ΡΕΓΚΛΗ, Δ. (2011), Ψυχοεκπαιδευτικές Ομάδες για παιδιά, Αθήνα, εκδ. Γρηγόρης.
- WHITMOR, D. (1997), Η χαρά της μάθησης, Θήνα, εκδ. Ιάμβλιχος.

Κώστας Μπακιρτζής, 2011